Εφιαλτικές στιγμές έζησε η Κρητικιά ηθοποιός, Έλια Βεργανελάκη καθώς κατά τη διάρκεια της νύχτας κάποιος επιχειρούσε επί ώρα να διαρρήξει το σπίτι της.
Η ίδια, με μία μακροσκελή ανάρτησή της στα social media, μιλάει για τον τρόμο που βίωσε, για την αντίδραση του σκύλου της, το τηλεφώνημα στην αστυνομία αλλά και τις κινήσεις των δραστών.
Αναλυτικά η ανάρτησή της:
Είναι 7:50 το πρωί κ μόλις έφυγε από δω η αστυνομία. Στις 6:30 χτύπησε το κουδούνι μου αλλά μες στον ύπνο δεν ήξερα αν όντως είναι το δικό μου. Η Κανού γάβγισε στο σαλόνι κ μετά από λίγο σιωπή. Λίγα λεπτά μετά ξανά το κουδούνι. Αυτή τη φορά ξύπνησα για τα καλά.
Λίγα λεπτά μετά άκουσα βήματα στον όροφο. Την Κανού την είχα μαζί μου στο δωμάτιο. Γριλιζε αλλά της έλεγα να κάνει ησυχία για να μπορώ να ακούσω τι γίνεται. Μετά από λίγο χτύποι σε μια πόρτα. Τότε η Κανού γάβγισε δυνατά. Σηκώθηκα έβαλα τα γυαλιά μου κ πήγα ήσυχα για να μην ακουστώ στην πόρτα. Τότε άκουσα κάποιον να προσπαθεί να ξεκλειδώσει. Δεν μίλησα. Έτρεξα στο δωμάτιο πήρα το κινητό κ κάλεσα την αστυνομία. Τους είπα ψιθυριστά ότι κινδυνεύω κ να κάνουν γρήγορα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.. εκείνος πάλευε να ανοίξει την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος. Τον κοιτούσα από το κενό που κάνει η κλειδαρότρυπα της πόρτας μου. Η πόρτα μου είναι παλιά και δεν έχει ματάκι. Σε λίγα δευτερόλεπτα κλωτσάει την πόρτα κ γυρνάει προς εμένα. Χτυπάει το κουδούνι. Η Κανού γαβγίζει δυνατά. Δεν απαντώ. Αρχίζει να βαράει τη δική μου πόρτα. Η Κανού γάβγιζε πιο δυνατά. Αυτός άρχισε να φωνάζει άνοιξε άνοιξε. Έκανα όπισθεν μες στο σπίτι μου και ένιωσα εκτεθειμένη. Έκανα ησυχία καθώς περπατούσα προς τα πίσω και ενώ το ξύλινο παλιό πάτωμα του σαλονιού τρίζει, έπιασα τον εαυτό μου να πατάει ελαφρά για να μην ακουστεί το τρίξιμο. Δεν ήθελα να καταλάβει ο κλέφτης ότι είμαι γυναίκα μόνη μου. Μες στον πανικό έπιασα ένα ψαλίδι. Τότε χτύπησε το κουδούνι μου από την αστυνομία. Ηρθαν σε 6’ από την ώρα που κάλεσα. Ηταν 4. Ανέβηκαν από τις σκάλες στον 5ο όροφο. Τον ρώτησαν τι κάνει εκεί κ εκείνος τους είπε ότι εδώ μένει κ ότι μέσα κοιμάται κάποιος που δεν του ανοίγει. Φώναξα ψέματα λέει. Τον ρώτησαν αν κάλεσε αυτός την αστυνομία κ αφού τους ρώτησα αν τον απομάκρυναν από την πόρτα μου, άνοιξα κ τους είπα ότι εγώ κάλεσα την αστυνομία κ ότι λέει ψέμματα. Μετά από λίγο είπε ότι μένει απέναντι. Δηλαδή ότι να ναι. Τους είπα ότι το απέναντι διαμέρισμα ανήκει σε μια γυναίκα την Κατερίνα κ είναι Airbnb το σπίτι κ τώρα δεν μένει κανείς. Τους έδωσα τα κλειδιά να πάνε στην ταράτσα να τσεκάρουν. Τους είπα ότι μπορεί να παίζει κι άλλος γιατί όταν χτύπησαν το κουδούνι μου οι μπάτσοι αυτός έξω από την πόρτα μου είπε «έλα ρε μαλακα ήρθαν οι μπάτσοι τώρα» τελικά μονολογούσε γιατί έψαξαν παντού αλλά δε βρήκαν άλλον. Πήραν τα στοιχεία μου αφού του έβαλαν χειροπέδες κ έφυγαν. Λίγα λεπτά μετά ανέβηκε ο ένας αστυνομικός πάνω κ με ρώτησε αν έχω το τηλ της γειτόνισσας. Του το έδωσα ενώ έκλαιγα από τον τρόμο. Πήρε κ το δικό μου τηλ. Μου είπε ότι όλα καλά κ ότι «είμαστε εμείς εδώ». Του είπα ότι είμαι γυναίκα μόνη μου κ ότι με έχουν διαρρήξει κι εμένα. Μου είπε να μην ανησυχώ. Ναι αυτό μου είπε ενώ σε λίγες ώρες ο κλέφτης θα είναι πάλι ελεύθερος κ μπορεί να θυμάται ότι εγώ τον έδωσα. Ξύπνησαν όλες οι αναμνήσεις από όταν βρήκα το σπίτι μου πριν 4 χρόνια ανοιχτό κ μέσα όλα κατεστραμμένα. Αυτή η βία του να μπαίνει κάποιος στον χώρο σου κ να νιώθεις απροστάτευτη. Ζω σε μια πόλη που επι μισή ώρα κάποιος προσπαθούσε να ανοίξει το σπίτι της γειτόνισσας κ μετά το δικό μου κ κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Μόνο εγώ κάλεσα την αστυνομία. Πόση αποξένωση. Πόση ανασφάλεια. Κ ταυτόχρονα η φράση του αστυνομικού «είμαστε εμείς εδώ». Κι όμως δεν με παρηγόρησε. Την ίδια στιγμή που το είπε, δεν ένιωσα τίποτα. Γιατί σε αυτή τη χώρα η κλοπή και η διάρρηξη δεν είναι κακούργημα. Κ έτσι πίνω τον καφέ μου τώρα κ με ανάσες προσπαθώ να ηρεμήσω.