Το απαγορευτικό για νέες ανεμογεννήτριες σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων είναι η πιο σημαδιακή αλλαγή του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Δεν πρόκειται για μια απλή τεχνική ρύθμιση. Είναι η απόπειρα του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να τραβήξει μια πιο καθαρή γραμμή ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση και την προστασία των ορεινών όγκων, των προστατευόμενων περιοχών και των τοπικών κοινωνιών.
Το νέο πλαίσιο, που τίθεται σε δημόσια διαβούλευση, εισάγει αυστηρότερους κανόνες χωροθέτησης για μεγάλα έργα ΑΠΕ. Στα αιολικά, ο «κόφτης» των 1.200 μέτρων έρχεται να προστατεύσει περιοχές υψηλής οπτικής, οικολογικής και περιβαλλοντικής ευαισθησίας, ιδίως σε ορεινούς όγκους όπου η εγκατάσταση ανεμογεννητριών έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια έντονες αντιδράσεις.
Παράλληλα, προβλέπεται απαγόρευση νέων αιολικών στην Αττική και στη Μητροπολιτική Περιοχή Θεσσαλονίκης, καθώς και περιορισμοί σε μικρά νησιά κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με εξαίρεση έργα που εξυπηρετούν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος. Εκτός μένουν επίσης πυρήνες προστατευόμενων ζωνών, υγρότοποι, ακτές κολύμβησης και περιοχές υψηλής τουριστικής ανάπτυξης.
Η λογική του νέου πλαισίου είναι να σταματήσει η αποσπασματική ανάπτυξη έργων ΑΠΕ, η οποία συχνά οδηγούσε σε συγκρούσεις με δήμους, κατοίκους, περιβαλλοντικές οργανώσεις και παραγωγικές δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση επιχειρεί να πει ότι η ενεργειακή μετάβαση θα συνεχιστεί, αλλά όχι παντού και όχι χωρίς σαφέστερους κανόνες.
Σήμερα, η Ελλάδα διαθέτει περίπου 3.096 ανεμογεννήτριες που παραμένουν εγκατεστημένες, σύμφωνα με τα στατιστικά της ΕΛΕΤΑΕΝ για το 2025. Η συνολική αιολική ισχύς που είναι συνδεδεμένη στο δίκτυο έφτασε τα 5.695 MW στο τέλος του 2025, δηλαδή σχεδόν 5,7 GW. Μόνο μέσα στο 2025 συνδέθηκαν 76 νέες ανεμογεννήτριες, συνολικής ισχύος 340 MW, με επενδύσεις άνω των 420 εκατ. ευρώ.
Το ερώτημα «πόσο ρεύμα παράγει κάθε ανεμογεννήτρια» δεν έχει μία σταθερή απάντηση, γιατί εξαρτάται από τον άνεμο, την τεχνολογία, τη θέση, το ύψος και το μέγεθος του ρότορα. Ωστόσο, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η μέση εγκατεστημένη ισχύς του συνολικού στόλου στην Ελλάδα είναι περίπου 1,84 MW ανά ανεμογεννήτρια. Οι νεότερες, όμως, είναι πολύ ισχυρότερες: οι ανεμογεννήτριες που εγκαταστάθηκαν το 2025 έχουν μέση ισχύ περίπου 4,5 MW η καθεμία.
Σε ετήσια βάση, η αιολική ενέργεια έχει πλέον σημαντική θέση στο ηλεκτρικό μείγμα της χώρας. Σύμφωνα με κλαδικά στοιχεία που επικαλούνται την εικόνα του 2025, τα αιολικά κάλυψαν περίπου το 21% του ηλεκτρικού μείγματος. Σε ωριαία βάση, η συμμετοχή τους μπορεί να εκτοξεύεται: το 2025 η μεγαλύτερη ωριαία διείσδυση αιολικής ισχύος έφτασε το 97,2%, ενώ για 616 ώρες μέσα στο έτος τα αιολικά κάλυψαν πάνω από το 50% της ζήτησης στο Ελληνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα.
Αυτό ακριβώς δείχνει και τη διπλή όψη της συζήτησης. Από τη μία, τα αιολικά είναι πια κρίσιμο κομμάτι της ενεργειακής ασφάλειας, της μείωσης εισαγωγών καυσίμων και της συγκράτησης του κόστους παραγωγής. Από την άλλη, η μαζική ανάπτυξή τους χωρίς σαφή χωρικά όρια δημιουργεί κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτικές εντάσεις.
Οι λόγοι που επέβαλαν το νέο απαγορευτικό είναι κυρίως τέσσερις.
Πρώτον, η ανάγκη προστασίας ορεινών περιοχών μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας, όπου οι δρόμοι πρόσβασης, τα έργα θεμελίωσης και οι γραμμές σύνδεσης έχουν μεγαλύτερο αποτύπωμα από την ίδια την ανεμογεννήτρια.
Δεύτερον, η ανάγκη να περιοριστεί η οπτική όχληση σε βουνά, νησιά και τουριστικές περιοχές, όπου οι αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών έχουν γίνει όλο και εντονότερες.
Τρίτον, η προσπάθεια να υπάρξει ασφάλεια δικαίου για επενδυτές και κατοίκους, ώστε να είναι εκ των προτέρων σαφές πού επιτρέπονται και πού δεν επιτρέπονται μεγάλα έργα ΑΠΕ.
Τέταρτον, η ανάγκη να αποτραπεί η υπερσυγκέντρωση έργων σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας, ενώ άλλες παραμένουν σχεδόν εκτός ενεργειακού χάρτη.
Το νέο πλαίσιο, πάντως, δεν ακυρώνει τα υφιστάμενα αιολικά ούτε έργα που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία ή σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή αφορά κυρίως το μέλλον: πού θα μπουν τα επόμενα αιολικά, με ποιους όρους και ποια όρια θα ισχύουν.
Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει τα αιολικά. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο θα χωροθετούνται.
Η πράσινη μετάβαση περνά πλέον από μια δύσκολη εξίσωση: περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά με λιγότερες συγκρούσεις· μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία, αλλά χωρίς να μετατραπούν οι πιο ευαίσθητες περιοχές της χώρας σε πεδία μόνιμης αντιπαράθεσης.
Το απαγορευτικό στα 1.200 μέτρα είναι, τελικά, το μήνυμα ότι η εποχή του «όπου φυσάει, εγκαθιστούμε» τελειώνει. Η νέα εποχή θα κριθεί από το αν οι κανόνες θα είναι πράγματι σαφείς, δίκαιοι και εφαρμόσιμοι και από το αν η ενεργειακή μετάβαση θα μπορέσει να παραμείνει πράσινη όχι μόνο στο ρεύμα που παράγει, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται.