Δεν είναι απλώς ακόμη ένα περιστατικό βίας. Είναι εικόνα κατάρρευσης. Ένας ηλικιωμένος άνδρας ανοίγει πυρ στον ΕΦΚΑ, συνεχίζει στο Πρωτοδικείο Αθηνών, τραυματίζει συνολικά πέντε ανθρώπους και αντί να ακινητοποιηθεί άμεσα, καταλήγει ώρες μετά σε ξενοδοχείο στην Πάτρα, έχοντας πάνω του γεμάτο περίστροφο και σφαίρες. Αν αυτό δεν είναι συναγερμός για την αστυνόμευση, τότε τι είναι;

Υπάρχουν ειδήσεις που τις διαβάζεις και λες «δεν μπορεί». Όχι γιατί δεν έχεις ξαναδεί βία. Όχι γιατί δεν ξέρεις ότι η Αθήνα έχει χρόνια τώρα σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας. Αλλά γιατί κάποιες εικόνες ξεπερνούν ακόμη και την πιο κουρασμένη φαντασία.

Advertisement
Advertisement

Ένας 89χρονος άνδρας, οπλισμένος, ανοίγει πυρ σε δημόσια υπηρεσία. Στέλνει υπάλληλο του ΕΦΚΑ στο νοσοκομείο. Δεν ακινητοποιείται εκεί. Δεν σταματά εκεί. Δεν τελειώνει εκεί ο εφιάλτης.

Συνεχίζει.

Φτάνει στο Πρωτοδικείο Αθηνών, στην καρδιά της πόλης, σε έναν χώρο όπου καθημερινά κινούνται πολίτες, υπάλληλοι, δικηγόροι, δικαστικοί λειτουργοί. Εκεί τραυματίζονται ακόμη τέσσερις άνθρωποι, οι οποίοι ευτυχώς πήραν εξιτήριο. Και ύστερα; Ύστερα ο δράστης δεν βρίσκεται λίγα στενά πιο κάτω. Δεν συλλαμβάνεται αμέσως. Δεν πέφτει πάνω σε κάποιο οργανωμένο μπλόκο.

Βρίσκεται τελικά στην Πάτρα. Σε ξενοδοχείο. Με γεμάτο περίστροφο. Με σφαίρες.

Δηλαδή, για να καταλάβουμε: ένας άνθρωπος που είχε ήδη πυροβολήσει σε δύο σημεία της Αθήνας, είχε ήδη τραυματίσει πέντε ανθρώπους, είχε ήδη προκαλέσει συναγερμό, κατάφερε να φύγει από την πρωτεύουσα και να φτάσει σε άλλη πόλη. Αν αυτό δεν είναι αποτυχία αστυνόμευσης, τότε οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους.

Η σκηνή μοιάζει βγαλμένη από ταινία Φαρ Ουέστ. Μόνο που δεν υπήρχε ούτε Κλιντ Ίστγουντ ούτε Τζον Γουέιν ούτε Λι Βαν Κλιφ. Υπήρχε η Αθήνα του 2026. Μια πρωτεύουσα όπου ένας ένοπλος άνθρωπος φαίνεται να κινήθηκε για ώρες, ενώ οι πολίτες μάθαιναν από τα δελτία ειδήσεων ότι ο δράστης «αναζητείται».

Advertisement

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά πολιτικό ερώτημα.

Πού ήταν η φυσική ηγεσία της Αστυνομίας; Πού ήταν οι μηχανισμοί άμεσης αντίδρασης; Πού ήταν ο επιχειρησιακός σχεδιασμός; Πώς γίνεται, μετά από επίθεση με όπλο σε δημόσια υπηρεσία και δεύτερη επίθεση σε δικαστικό χώρο, ο δράστης να μην έχει εγκλωβιστεί αμέσως μέσα στην Αθήνα;

Δεν μιλάμε για μια κλοπή τσάντας. Δεν μιλάμε για ένα επεισόδιο χαμηλής έντασης. Μιλάμε για ένοπλο που είχε ήδη πυροβολήσει ανθρώπους. Μιλάμε για δημόσιους χώρους. Μιλάμε για υπαλλήλους που πήγαν στη δουλειά τους και βρέθηκαν απέναντι σε σφαίρες.

Advertisement

Και όμως, η εικόνα που έμεινε είναι η εικόνα της αδράνειας. Η εικόνα μιας πρωτεύουσας που κυνηγούσε έναν ένοπλο, αλλά τον έπιασε τελικά αλλού. Η εικόνα μιας πολιτείας που θα έπρεπε να έχει ήδη δώσει απαντήσεις, όχι να ψελλίζει εξηγήσεις.

Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης είχαν προφανώς την υποχρέωση να τοποθετηθούν. Αλλά η πολιτική διαχείριση δεν αρκεί. Το κρίσιμο είναι τι λέει — και κυρίως τι κάνει — η φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ.

Γιατί η σιωπή σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι ουδετερότητα. Είναι μήνυμα. Και το μήνυμα που λαμβάνει ο πολίτης είναι απλό: όταν συμβαίνει κάτι ακραίο, δεν ξέρουμε αν το κράτος θα προλάβει να σε προστατεύσει.

Advertisement

Ας είμαστε ειλικρινείς. Η παραίτηση στην Ελλάδα έχει γίνει σχεδόν εξωτικό είδος. Θέλει ευθύνη. Θέλει γενναιότητα. Θέλει συναίσθηση του ρόλου. Θέλει, με μια λέξη, κότσια.

Αλλά κάποιοι φορούν στολή. Κάποιοι διοικούν σώματα ασφαλείας. Κάποιοι έχουν την ευθύνη για την προστασία της ζωής των πολιτών. Και όταν συμβαίνει ένα περιστατικό τέτοιας έκτασης, δεν μπορεί να αρκεί μια υπηρεσιακή περιγραφή των γεγονότων. Δεν μπορεί να κρυφτεί κανείς πίσω από διαδικασίες, διαβιβάσεις και ανακοινώσεις.

Χρειάζεται λογοδοσία.

Advertisement

Όχι για να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα. Όχι για να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος. Αλλά γιατί μια δημοκρατική πολιτεία που δεν λογοδοτεί για τα κενά της, τα ξαναζεί. Και συχνά τα ξαναζεί χειρότερα.

Advertisement

Κάποτε λέγαμε ότι η Αθήνα έγινε Σικάγο. Τώρα φοβάμαι ότι, αν συμβεί κάτι αντίστοιχο στο Σικάγο, θα λένε: «γίναμε Αθήνα».

Αυτή είναι η κατάντια.

Και γι’ αυτό το θέμα δεν μπορεί να μείνει σε ένα δελτίο Τύπου, σε μια τηλεοπτική δήλωση ή σε μια υπηρεσιακή έρευνα που θα θαφτεί σε κάποιο συρτάρι. Γιατί η προστασία του πολίτη δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι το πρώτο καθήκον του κράτους. Και όταν το κράτος αποτυγχάνει εκεί, όλα τα υπόλοιπα ακούγονται σαν θόρυβος.

Advertisement