Υπάρχουν υποθέσεις που δεν γίνονται ποτέ απλώς «παλιές ειδήσεις». Υπάρχουν δολοφονίες που δεν κλείνουν με μια ημερομηνία, με μια δίκη, με μια καταδίκη. Η δολοφονία του Κωστή Περατικού, στις 28 Μαΐου 1997, είναι για μένα μία από αυτές. Όχι μόνο γιατί υπήρξε ένα από τα πιο στυγνά εγκλήματα της 17 Νοέμβρη. Αλλά γιατί είχα συναντήσει τον πατέρα του. Τουλάχιστον δύο φορές. Και ακόμη ακούω τη φωνή του.
Ήμουν από τους λίγους δημοσιογράφους που είχα βρεθεί απέναντι στον Μιχάλη Περατικό, τον πατέρα του Κωστή. Τον είχα συναντήσει στο σπίτι του, εκεί κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο. Ένα σπίτι που, όσο αξιοπρεπές κι αν ήταν, κουβαλούσε μέσα του ένα πένθος που δεν χωρούσε σε τοίχους, σε σαλόνια, σε σιωπές.
Κάθε φορά, σχεδόν με την ίδια απορία, με ρωτούσε:
«Τι έφταιγε το παιδί μου;»
Δεν ήταν ερώτηση προς έναν δημοσιογράφο. Δεν ήταν ερώτηση για να πάρει απάντηση. Ήταν η κραυγή ενός πατέρα που είχε χάσει τον γιο του από τα χέρια δολοφόνων που νόμιζαν ότι μπορούσαν να υποδύονται τους τιμωρούς της Ιστορίας.
Και εγώ τον άκουγα. Όχι ως ρεπόρτερ που κρατά σημειώσεις. Αλλά ως άνθρωπος που, χρόνια ολόκληρα, πάλευα κάθε μέρα με τη φωνή μου στο ραδιόφωνο εναντίον των αποβρασμάτων, των καθαρμάτων της 17 Νοέμβρη. Εναντίον εκείνων που δολοφονούσαν, έστελναν προκηρύξεις και απαιτούσαν από την κοινωνία να συζητά τα παραληρήματά τους ως πολιτική σκέψη.
Δεν ήταν πολιτική. Ήταν αίμα.
Ο Κωστής Περατικός ήταν 42 ετών. Εκείνο το απόγευμα της 28ης Μαΐου 1997 έφυγε από το γραφείο του στον Πειραιά. Ήταν μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του. Λίγο μετά, στη συμβολή των οδών Φίλωνος και Φιλελλήνων, οι δολοφόνοι της 17 Νοέμβρη του έστησαν ενέδρα και τον εκτέλεσαν. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Σάββας Ξηρός του έκλεισαν τον δρόμο και τον δολοφόνησαν.
Η προκήρυξη που ακολούθησε προσπάθησε, όπως πάντα, να ντύσει το έγκλημα με ιδεολογικά κουρέλια. Να συνδέσει τη δολοφονία με τα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Να κατασκευάσει άλλοθι. Να εμφανίσει ένα προμελετημένο χτύπημα ως δήθεν «πολιτική πράξη».
Όμως μπροστά στο ερώτημα του πατέρα, όλα αυτά κατέρρεαν. «Τι έφταιγε το παιδί μου;» Αυτή ήταν η μόνη αλήθεια.
Η σκηνή της δολοφονίας
Και η σκηνή της δολοφονίας του Κωστή Περατικού, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα μέσα από τις ομολογίες και τα στοιχεία της έρευνας, είχε όλη τη σκοτεινή γεωμετρία μιας τρομοκρατικής ενέδρας.
Οι δολοφόνοι της 17 Νοέμβρη είχαν στήσει το σχέδιό τους με ένα λευκό βαν. Οδηγός ο Βασίλης Ξηρός. Όταν, όμως, ήλθε η ώρα της διαφυγής, το όχημα είχε μείνει από μπαταρία. Εκεί, μέσα στον πανικό των πρώτων δευτερολέπτων μετά την εκτέλεση, φάνηκε για ακόμη μία φορά η ψυχρή λειτουργία της συμμορίας.
Σύμφωνα με την ομολογία του μικρότερου από τα αδέλφια Ξηρού, ο Δημήτρης Κουφοντίνας έδωσε το σύνθημα να εγκαταλείψουν το βαν και να φύγουν με τα πόδια από τον τόπο του εγκλήματος.
Ένας αστυνομικός από το Τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, που βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση, είδε το σκηνικό και πυροβόλησε προς το μέρος τους. Οι τρομοκράτες απάντησαν με πυροβολισμούς. Η διαφυγή τους συνεχίστηκε μέσα στην πόλη, ανάμεσα σε ανθρώπους που ακόμη δεν είχαν καταλάβει ότι λίγα μέτρα πιο πίσω ένας 42χρονος άνδρας ξεψυχούσε στην άσφαλτο. Σταμάτησαν ένα ταξί. Ο Κουφοντίνας, ο «Φαρμακοχέρης», ο αρχιδολοφόνος της 17Ν, απείλησε με το όπλο τον οδηγό, αλλά και την επιβάτιδα. Μπήκαν μέσα. Και με οδηγό εκείνον, απομακρύνθηκαν από το σημείο, μέχρι να φτάσουν στο δεύτερο όχημα διαφυγής που είχαν προετοιμάσει.
Πίσω τους, ο κόσμος άρχιζε να μαζεύεται γύρω από τον Κωστή Περατικό. Ήταν μόνος του. Χωρίς αστυνομική φρουρά. Χωρίς ιδιωτική προστασία. Χωρίς τίποτα που να μπορεί να σταθεί ανάμεσα σε εκείνον και στις σφαίρες των δολοφόνων του.
Λίγες ώρες αργότερα, όπως συνήθιζαν, οι δολοφόνοι επιχείρησαν να μολύνουν ακόμη και τη μνήμη του θύματός τους με την προκήρυξή τους. Την έστειλαν στην «Ελευθεροτυπία», συνδέοντας τη δολοφονία Περατικού με τα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Αποκάλυπταν μάλιστα ότι το χτύπημα είχε προγραμματιστεί αρχικά για τον Ιούνιο του 1995, όταν τα Ναυπηγεία Ελευσίνας λειτουργούσαν υπό την ιδιοκτησία του εφοπλιστικού ομίλου Περατικού, και ότι η απόπειρα είχε επαναληφθεί την άνοιξη του 1996.
Δηλαδή τον είχαν βάλει στο στόχαστρο και επέμεναν. Τον παρακολουθούσαν. Περίμεναν. Ξαναδοκίμασαν. Μέχρι που, στις 28 Μαΐου 1997, ολοκλήρωσαν το δολοφονικό τους σχέδιο. Όμως αυτή τη φορά, μέσα στην αλαζονεία και τον πανικό τους, άφησαν πίσω τους κάτι που θα αποδεικνυόταν καθοριστικό. Στο λευκό βαν που εγκατέλειψαν οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα δακτυλικό αποτύπωμα. Για χρόνια το εύρημα έμενε «τυφλό», χωρίς να μπορεί να ταυτοποιηθεί.
Η απάντηση ήρθε πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2002, όταν ο Σάββας Ξηρός τραυματίστηκε στον Πειραιά, προσπαθώντας να τοποθετήσει βόμβα σε εκδοτήρια ακτοπλοϊκών εισιτηρίων. Τότε το αποτύπωμα από το βαν της δολοφονίας Περατικού ταυτοποιήθηκε ως δικό του.
Ήταν το πρώτο πραγματικό ίχνος ταυτότητας που είχε αφήσει πίσω του ο Σάββας Ξηρός.
Και δεν ήταν το μόνο. Ακολούθησαν οι κηλίδες αίματος που είχαν εντοπιστεί μετά την επίθεση με ρουκέτα στο σπίτι του Γερμανού πρεσβευτή στο Χαλάνδρι, το 1999. Και αυτές τον συνέδεαν με τον κύκλο των δολοφόνων της 17 Νοέμβρη.
Έτσι άρχισε να ξηλώνεται το κουβάρι. Όχι από κάποια πολιτική τους ήττα. Όχι από κάποια μεταμέλεια. Αλλά από τα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι ίδιοι οι δολοφόνοι. Από ένα βαν που δεν πήρε μπροστά. Από ένα αποτύπωμα. Από αίμα. Από την αλαζονεία μιας συμμορίας που πίστευε ότι μπορούσε να σκοτώνει για πάντα και να μένει αόρατη.
Η ώρα της δίκης
Ο Μιχάλης Περατικός δεν ήταν απλώς ένας πατέρας σε πένθος. Ήταν ένας άνθρωπος που αρνήθηκε να αφήσει τη μνήμη του παιδιού του να θαφτεί κάτω από τον φόβο, την αδιαφορία ή τη δήθεν ψυχρή ανάλυση των γεγονότων. Ζήτησε απαντήσεις. Πίεσε. Μίλησε. Στάθηκε όρθιος.
Και όταν, χρόνια αργότερα, ήρθε η ώρα της δίκης, στάθηκε απέναντι σε εκείνους που είχαν στερήσει από τον ίδιο τον γιο του και από τα εγγόνια του τον πατέρα τους. Με αξιοπρέπεια. Με ψυχραιμία. Με εκείνη τη δύναμη που μόνο ο απόλυτος πόνος μπορεί μερικές φορές να γεννήσει.
Δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του. Δεν μπορώ να ξεχάσω την απορία του. Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι, ενώ εγώ μιλούσα στα μικρόφωνα, εκείνος ζούσε κάθε μέρα με μια απουσία που κανένα μικρόφωνο, κανένα άρθρο, καμία δίκη δεν μπορούσε να γεμίσει.
Η 17 Νοέμβρη δολοφονούσε ανθρώπους και μετά επιχειρούσε να δολοφονήσει και τη μνήμη τους, παρουσιάζοντάς τους ως σύμβολα, στόχους, «εκπροσώπους» κάποιου συστήματος. Αυτή ήταν η πιο χυδαία πλευρά της. Ότι αφαιρούσε από τα θύματα την ανθρώπινη υπόστασή τους.
Ο Κωστής Περατικός, όμως, δεν ήταν στόχος σε προκήρυξη. Ήταν γιος. Ήταν πατέρας. Ήταν αδελφός. Ήταν ένας άνθρωπος που έφυγε χαμογελαστός από το γραφείο του και λίγα λεπτά μετά έπεφτε νεκρός στην άσφαλτο.Και ο πατέρας του έμεινε πίσω να ρωτά, με εκείνη τη βαθιά, αβάσταχτη απορία:
«Γιατί;»
Είκοσι εννέα χρόνια μετά, η απάντηση είναι η ίδια. Δεν έφταιγε τίποτα. Δεν υπήρχε κανένα «γιατί» που να αντέχει στο φως. Υπήρχαν μόνο δολοφόνοι. Υπήρχε μόνο η παράνοια μιας οργάνωσης που βάφτιζε το αίμα ιδεολογία. Υπήρχε μόνο η δειλία όσων πυροβολούσαν πισώπλατα και μετά κρύβονταν πίσω από λέξεις.
Για εμένα, αυτή η επέτειος δεν είναι απλώς μια αναδρομή. Είναι ένα προσωπικό χρέος μνήμης. Γιατί άκουσα τον πατέρα. Γιατί είδα τον πόνο του από κοντά. Γιατί ξέρω ότι πίσω από κάθε θύμα της τρομοκρατίας υπήρχε ένα σπίτι που δεν ξαναέγινε ποτέ το ίδιο.
Και γιατί, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο καθαρά πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Η 17 Νοέμβρη δεν ήταν μύθος. Δεν ήταν ρομαντική παρανομία. Δεν ήταν πολιτική περιπέτεια. Ήταν μια συμμορία δολοφόνων. Και ο Κωστής Περατικός ήταν ένα από τα θύματά της.
Αυτό δεν πρέπει να ξεχαστεί ποτέ.