Ακούω ξανά το γνωστό ελληνικό ρήμα σε μέλλοντα χρόνο: «θα γίνει». Θα ρυθμιστεί, θα απαγορευτεί, θα εξεταστεί, θα οριστικοποιηθεί. Μόνο που στην άσφαλτο, ο χρόνος δεν μετριέται με δελτία Τύπου και,τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Μετριέται με παιδιά, αλλά και ενήλικες, με τραυματίες, με οικογένειες που από τη μια στιγμή στην άλλη μαθαίνουν τι σημαίνει αργοπορημένο κράτος.

Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης προανήγγειλε νομοθετική παρέμβαση για τα ηλεκτρικά πατίνια, με περιορισμούς για τους ανηλίκους και χρήση τους εκτός οδικού δικτύου, κυρίως σε πεζόδρομους και πλατείες, μετά τα ατυχήματα που έχουν καταγραφεί. Έχουν επίσης τεθεί στο τραπέζι αυστηρότεροι κανόνες, όπως ασφάλιση, μέτρα στάθμευσης και περιορισμός του αριθμού τους από τους δήμους.

Advertisement
Advertisement

Ωραία. Και τώρα το ερώτημα είναι απλό: γιατί ακόμα μιλάμε για το τι «θα γίνει»;

Γιατί να μη γίνει σήμερα; Το πολύ αύριο.

Γιατί να μη ξενυχτήσουν οι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές στο υπουργείο, όπως οφείλουν να κάνουν όταν υπάρχει ζήτημα δημόσιας ασφάλειας; Γιατί να μη μπει η ρύθμιση στη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος; Γιατί να μη βγει, όπου είναι θεσμικά δυνατό, υπουργική απόφαση και να τελειώνουμε με ένα καθημερινό θρίλερ που παίζεται στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις πλατείες και στις λεωφόρους;

Δεν μιλάμε για θεωρητική συζήτηση συγκοινωνιολόγων σε συνέδριο. Μιλάμε για παιδιά πάνω σε ηλεκτρικά πατίνια, χωρίς εμπειρία, χωρίς προστασία, χωρίς υποδομές, μέσα σε πόλεις που δεν σέβονται ούτε τον πεζό, ούτε τον ποδηλάτη, ούτε τον οδηγό. Πόσο μάλλον έναν ανήλικο που βρίσκεται ξαφνικά στο οδόστρωμα, δίπλα σε αυτοκίνητα, λεωφορεία, φορτηγά και μηχανές.

Και εδώ δεν χωρούν άλλα «θα».

Το «θα» είναι η πιο επικίνδυνη λέξη του ελληνικού κράτους. Θα φτιαχτούν δρόμοι. Θα μπουν κανόνες. Θα υπάρξει έλεγχος. Θα υπάρξει πρόληψη. Θα υπάρξει συντονισμός. Θα υπάρξει σοβαρότητα.

Advertisement

Μόνο που, μέχρι να υπάρξει, κάποιοι πληρώνουν τον λογαριασμό με αίμα.

Και το χειρότερο είναι ότι το έργο το έχουμε ξαναδεί. Πρώτα συμβαίνει το κακό. Μετά βγαίνουν οι δηλώσεις. Μετά αρχίζουν οι συσκέψεις. Μετά εμφανίζεται η περίφημη «βούληση». Μετά ανακοινώνεται ότι «έρχεται ρύθμιση». Και μετά περνά ο χρόνος, μέχρι να χρειαστεί ένα ακόμη περιστατικό για να ξαναθυμηθούμε ότι είχαμε αφήσει κάτι στη μέση.

Αυτό δεν είναι διοίκηση. Είναι διαχείριση ενοχών.

Advertisement

Αν τα ηλεκτρικά πατίνια είναι επικίνδυνα για ανηλίκους στο οδικό δίκτυο, τότε απαγορεύονται. Τελεία. Αν πρέπει να κινούνται μόνο σε συγκεκριμένους χώρους, αυτό ορίζεται καθαρά. Αν χρειάζεται κράνος, ασφάλιση, όρια ταχύτητας, έλεγχος στάθμευσης, αριθμητικός περιορισμός, ευθύνη εταιρειών και δήμων, όλα αυτά γράφονται, υπογράφονται και εφαρμόζονται. Όχι κάποτε. Τώρα.

Διότι όταν έχουμε να κάνουμε με ζωές, δεν πάμε με τον αραμπά.

Δεν γίνεται να περιμένουμε να ωριμάσει πολιτικά το αυτονόητο. Δεν γίνεται να ζητάμε από τους πολίτες υπευθυνότητα και το ίδιο το κράτος να λειτουργεί με ρυθμούς καφενείου. Δεν γίνεται να βλέπουμε τον κίνδυνο μπροστά μας και να παριστάνουμε ότι τον μελετάμε, ενώ στην πραγματικότητα τον ανεχόμαστε.

Advertisement

Και ας το πούμε καθαρά: η μικροκινητικότητα δεν είναι εχθρός. Τα πατίνια δεν είναι από μόνα τους το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η ελληνική συνήθεια να εισάγουμε νέα μέσα χωρίς κανόνες, χωρίς υποδομές, χωρίς έλεγχο και μετά να πέφτουμε από τα σύννεφα όταν η πραγματικότητα μάς χτυπά στο πρόσωπο.

Θέλουμε σύγχρονες μετακινήσεις; Να τις οργανώσουμε. Θέλουμε λιγότερα αυτοκίνητα; Να φτιάξουμε ασφαλείς και περισσότερες διαδρομές με ΜΜΜ. Θέλουμε πόλεις ανθρώπινες; Να πάψουμε να βαφτίζουμε «ρύθμιση» την καθυστέρηση.

Γιατί εδώ υπάρχει και κάτι βαθύτερο: η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται μονίμως στον πολίτη. Δεν μπορεί το κράτος να λέει «προσέχετε» όταν το ίδιο δεν έχει βάλει κανόνες. Δεν μπορεί να δείχνει τους γονείς, τους ανηλίκους, τους δήμους, τις εταιρείες, τους οδηγούς, και το ίδιο να μένει στη μέση με μια ανακοίνωση στο χέρι.

Advertisement

Όποιος κυβερνά, νομοθετεί. Όποιος νομοθετεί, εφαρμόζει. Όποιος εφαρμόζει, ελέγχει. Όλα τα άλλα είναι υπεκφυγές.

Advertisement

Αν αύριο το πρωί συμβεί άλλο ένα σοβαρό ατύχημα, κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν ήξερε. Ήξεραν. Το είχαν πει οι ίδιοι. Το είχαν αναγνωρίσει. Το είχαν προαναγγείλει. Άρα το ζήτημα δεν είναι η γνώση. Είναι η ταχύτητα της πράξης.

Και σε αυτή τη χώρα, δυστυχώς, η πράξη έρχεται συχνά καθυστερημένη, κουρασμένη, γραφειοκρατική. Έρχεται αφού πρώτα έχει προηγηθεί ο πόνος.

Αυτό πρέπει να τελειώσει.

Advertisement

Όχι άλλη πολιτική σε μέλλοντα χρόνο για ζητήματα ζωής και θανάτου. Όχι άλλη κρατική αδράνεια βαμμένη με λέξεις όπως «άμεσα», «σύντομα», «το επόμενο διάστημα». Αυτές οι λέξεις δεν φορούν κράνος σε κανένα παιδί. Δεν σταματούν κανένα πατίνι στη λεωφόρο. Δεν προστατεύουν κανέναν πεζό.

Αν υπάρχει βούληση, να γίνει νόμος. Αν υπάρχει αρμοδιότητα, να γίνει απόφαση. Αν υπάρχει ευθύνη, να αναληφθεί.

Και να αναληφθεί τώρα. Γιατί το «θα γίνει» δεν σώζει ζωές. Το «έγινε χθες» ίσως να έσωζε.