Η τηλεοπτική ένταση γύρω από τον Γιάνη Βαρουφάκη, με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του για την εμπειρία του από ουσίες και το “μήνυμα” που θέλει να περάσει στους νέους, πήρε φωτιά στον αέρα του OPEN. Η αντιπαράθεση με τον Σπύρο Χαριτάτο και την Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου δεν έμεινε μόνο στο “τι είπες” αλλά και στο “τι νομιμοποιείς”. Και λίγες ώρες μετά, ο ίδιος ο Βαρουφάκης επανήλθε με ανάρτηση στο Χ, μεταφέροντας τη συζήτηση από το στούντιο στο πιο γνώριμο πεδίο των social.
Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ο Γιάνης Βαρουφάκης υπερασπιζόμενο τη θέση το, ανέφερε μήνυμα που, όπως είπε, προερχόταν από αστυνομικό και αφορούσε το πώς πρέπει να μιλάς σε νέους για τα ναρκωτικά: Με ειλικρίνεια για το ότι μπορεί να είναι «ευχάριστα», αλλά με καθαρή προειδοποίηση για το πού οδηγεί η εξάρτηση. Χρησιμοποίησε μάλιστα την εικόνα του Οδυσσέα και των Σειρήνων: “αν είναι κάτι που σε τραβάει, πρέπει να δέσεις τον εαυτό σου για να μην καταστραφείς”.
Η αντίδραση στο πάνελ ήταν έντονη. Η Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου επισήμανε ότι πολλά “μονοπάτια” εξάρτησης ξεκινούν από κάτι που φαίνεται μικρό και καταλήγουν σε πολυετή εφιάλτη, ενώ ο Σπύρος Χαριτάτος ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους, λέγοντας ότι «τέτοιου τύπου κουβέντα είναι η χαρά του διακινητή». Ο Βαρουφάκης απάντησε πως “δώρο” είναι η υποκρισία και ο φόβος απέναντι στους νέους. Η σκηνή κορυφώθηκε όταν ο δημοσιογράφος σηκώθηκε από τη θέση του, με τον Βαρουφάκη να αντιδρά ότι δεν υπήρχε λόγος “εγκαλεί” τον ίδιο ή τη δημοσιογράφο.
Το “backstory”: από το podcast… στην Εισαγγελία
Η ιστορία δεν ξεκίνησε στο OPEN. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Βαρουφάκης είχε μιλήσει σε podcast για προσωπικές εμπειρίες (με αναφορές σε ecstasy και κάνναβη), προκαλώντας αντιδράσεις. Ακολούθησε εισαγγελική κίνηση για προκαταρκτική εξέταση σχετικά με το ενδεχόμενο αδικήματος «πρόκλησης και διαφήμισης ναρκωτικών ουσιών» ή άλλου αδικήματος, μετά τη διαβίβαση υλικού από την ΕΛ.ΑΣ.
Με άλλα λόγια: Μια συζήτηση που ξεκίνησε ως “εξομολόγηση/άποψη” μετατράπηκε σε πολιτικό-τηλεοπτικό ντέρμπι και τελικά, σε θεσμικό θέμα.
Και μετά, η ανάρτηση: «επί προσωπικού»
Ώρες μετά το on-air επεισόδιο, ο Γιάνης Βαρουφάκης έκανε μακροσκελή ανάρτηση στο Χ, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι περίμενε το «μίσος» ενός κατεστημένου μετά την παραίτησή του το 2015, αλλά δεν περίμενε αυτό που περιγράφει ως μετατροπή του σε στόχο “χωρίς συνέπειες” για όποιον επιτίθεται (“fair game”). Περιγράφει ότι, κατά την άποψή του, μια «σιωπηλή άδεια» να δέχεται χτυπήματα “κάτω από τη ζώνη” δεν έμεινε μόνο στους πολιτικούς αντιπάλους και σε μερίδα ΜΜΕ, αλλά πέρασε και σε τμήματα της Αριστεράς, ακόμη και σε ανθρώπους που, όπως λέει, τον εκτιμούν.
Το σημείο αυτό “κουμπώνει” σε μια πραγματική, παλαιότερη εμπειρία που έχει επικαλεστεί επανειλημμένα στη δημόσια παρουσία του. Την επίθεση που είχε δεχθεί στα Εξάρχεια το 2023, για την οποία υπήρξαν συλλήψεις και σχετικό ρεπορτάζ.
Η ανάρτηση του Γιάνη Βαρουφάκη
Επί προσωπικού
Πριν δέκα χρόνια και μερικούς μήνες, όταν παραιτήθηκα από το υπουργείο Οικονομικών, ήξερα ότι θα γινόμουν αντικείμενο μίσους της οργισμένης ολιγαρχίας. Ο λόγος; Ήμουν ο μόνος υπουργός οικονομικών που τόλμησε να πει ένα κατηγορηματικό «όχι» σ’ ένα ακόμη μνημονιακό δάνειο, το οποίο η ολιγαρχία είχε άμεση ανάγκη για να κρατηθεί στα πράγματα.
Προβλέποντας τις επιθέσεις που θα εξαπολύονταν εναντίον μου, στην επιστολή παραίτησής μου έγραψα: «Θα φορώ στο πέτο μου το μίσος τους ως παράσημο». Από τότε αυτό κάνω.
Η αδιάκοπη δολοφονία χαρακτήρα που βίωσα από τα συστημικά ελληνικά ΜΜΕ ήταν αναμενόμενη – για τους ολιγάρχες ιδιοκτήτες τους ήμουν, άλλωστε, μια δυσάρεστη υπενθύμιση εκείνης της σύντομης στιγμής το 2015, όταν πανικοβλήθηκαν νιώθοντας ότι είχαν χάσει τον έλεγχο του λαού. Υπήρχε, ωστόσο, κάτι άλλο, κάτι πολύ πιο επικίνδυνο που δεν το είχα προβλέψει: ο τρόπος με τον οποίο η συστηματική δαιμονοποίησή μου από τα ΜΜΕ με μετέτρεψε σε στόχο που καθένας μπορούσε να πλήξει χωρίς την παραμικρή συνέπεια για τον ίδιο – fair game το ονομάζουν οι Άγγλοι.
Καθώς οι προσβολές και οι επιθέσεις εναντίον μου πολλαπλασιάζονταν, λίγο-λίγο, βουβά, υποσυνείδητα, δόθηκε η εντύπωση σε σχεδόν όλους ότι είναι εντάξει να μου επιτίθενται κι αυτοί κάτω από τη ζώνη. Να λένε ψέματα για μένα, χωρίς κανένα φόβο ότι θα αποκαλυφθούν ως ψεύτες. Να με προσβάλουν χυδαία, χωρίς να ανησυχούν ότι θα φανούν αγενείς. Να μου επιτίθενται σωματικά σε δημόσιους χώρους, πεπεισμένοι ότι θα τη γλιτώσουν, καθώς το κράτος δεν θα κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι του για να με προστατεύσει.
Και το χειρότερο; Αυτή η σιωπηλή «άδεια» προς τον καθένα να με κακοποιεί, που αρχικά προσφέρθηκε από το κατεστημένο, υποσυνείδητα έγινε αποδεκτή από ανθρώπους της Αριστεράς, ακόμη και από σημαντικούς ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για την εξουσία.
Πρώην σύντροφοι από την εποχή που ήμασταν στην κυβέρνηση, το ΚΚΕ (ιδίως το ψέμα ότι υπέγραψα μνημόνιο), ακτιβιστές που εκτιμώ από τον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, ακόμη και άνθρωποι που με εκτιμούν – όλοι νιώθουν, βαθιά μέσα τους, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουν, ότι μπορούν να μου επιτεθούν, να με προσβάλουν, να με κακομεταχειριστούν χωρίς καμία συνέπεια. Και πολλοί εκμεταλλεύτηκαν αυτή την σιωπηλή «άδεια» που τους πρόσφερε το σύστημα.
Δέκα χρόνια και μερικούς μήνες αργότερα, μετά από ένα ακόμη σκανδαλώδες περιστατικό νωρίτερα απόψε σε τηλεοπτικό κανάλι όπου ήμουν προσκεκλημένος, ένιωσα την ανάγκη να καταγράψω αυτή την εμπειρία, να την αποτυπώσω γραπτώς.
Σας ευχαριστώ που με διαβάσατε.
Γιάνης Βαρουφάκης