Η 25η Αυγούστου 1898 γράφτηκε με αίμα στην ιστορία της Κρήτης. Ήταν η ημέρα κατά την οποία το Ηράκλειο, γνωστό τότε ως Μεγάλο Κάστρο ή Κάντια, παραδόθηκε επί ώρες στη φωτιά, τις λεηλασίες και τη σφαγή.
Η ημερομηνία αντιστοιχεί στην 6η Σεπτεμβρίου με το σημερινό ημερολόγιο. Η καθιερωμένη ελληνική καταγραφή κάνει λόγο για περίπου 700 χριστιανούς Κρητικούς και 17 Βρετανούς στρατιωτικούς νεκρούς, αν και οι εκτιμήσεις των ιστορικών πηγών παρουσιάζουν αποκλίσεις. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο υποπρόξενος της Βρετανίας Λυσίμαχος Καλοκαιρινός, μαζί με μέλη της οικογένειάς του.
Η Κρήτη ένα βήμα πριν από την αυτονομία
Η Κρήτη βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, αλλά οι συνεχείς επαναστάσεις και η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν δρομολογήσει την αυτονομία της. Τον Ιούλιο του 1898 είχε εκλεγεί το «Εκτελεστικόν Κρήτης», στο οποίο συμμετείχε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με αποστολή να κυβερνήσει προσωρινά το νησί μέχρι την άφιξη του ύπατου αρμοστή.
Στο πλαίσιο αυτής της μετάβασης, οι φορολογικές και τελωνειακές υπηρεσίες έπρεπε να περάσουν από τον έλεγχο των Οθωμανών στη νέα κρητική διοίκηση. Στα Χανιά και το Ρέθυμνο η διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς επεισόδια. Στο Ηράκλειο, όμως, η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική.
Η σπίθα στο τελωνείο
Το πρωί της 25ης Αυγούστου ένοπλοι βασιβουζούκοι και ομάδες Τουρκοκρητικών συγκεντρώθηκαν κοντά στο λιμάνι. Μια ολιγάριθμη βρετανική δύναμη επιχείρησε να εγκαταστήσει ως ελεγκτή της φορολογικής υπηρεσίας τον Στυλιανό Αλεξίου, επιφανή λόγιο και εκδότη του Ηρακλείου.
Ο Οθωμανός φύλακας αρνήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά. Ακολούθησαν πυροβολισμοί εναντίον της βρετανικής φρουράς και μέσα σε ελάχιστο χρόνο η σύγκρουση μετατράπηκε σε οργανωμένο μακελειό. Οι ένοπλοι στράφηκαν εναντίον των χριστιανών κατοίκων, εισέβαλαν σε σπίτια και καταστήματα και πυρπόλησαν ολόκληρες συνοικίες.
Η οικία της οικογένειας Καλοκαιρινού λεηλατήθηκε και παραδόθηκε στις φλόγες. Ο Λυσίμαχος Καλοκαιρινός και συγγενείς του βρήκαν τραγικό θάνατο. Στο σημείο όπου βρισκόταν το σπίτι στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.
Οι βρετανικές δυνάμεις βρέθηκαν περικυκλωμένες, ενώ ο οθωμανικός στρατός παρέμεινε για ώρες ουσιαστικά αδρανής. Η σφαγή περιορίστηκε μόνο όταν βρετανικά πολεμικά πλοία άρχισαν να βάλλουν κατά θέσεων μέσα στην πόλη.
Η αρχή του τέλους
Οι νεκροί Βρετανοί προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση του Λονδίνου και μετέτρεψαν την κρητική κρίση σε μείζον ευρωπαϊκό ζήτημα. Ακολούθησαν συλλήψεις και στρατιωτικές δίκες. Δεκαεπτά πρωταίτιοι οδηγήθηκαν στην αγχόνη, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν ή απελάθηκαν.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις απαίτησαν πλέον την πλήρη αποχώρηση του οθωμανικού στρατού. Στις αρχές Νοεμβρίου 1898 οι τελευταίοι Οθωμανοί στρατιώτες εγκατέλειψαν την Κρήτη. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφθασε ο πρίγκιπας Γεώργιος ως ύπατος αρμοστής και ιδρύθηκε η Κρητική Πολιτεία, το μεταβατικό στάδιο μέχρι την επίσημη Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα την 1η Δεκεμβρίου 1913.
Η σφαγή του Ηρακλείου δεν ήταν απλώς ένα ακόμη αιματηρό επεισόδιο. Υπήρξε η καταλυτική τελευταία πράξη μιας μακράς περιόδου αγώνων και θυσιών, όπως επισημαίνει και ο Δήμος Ηρακλείου.
Ο δρόμος που διατηρεί τη μνήμη
Η σημερινή οδός Μαρτύρων 25ης Αυγούστου, ο εμβληματικός πεζόδρομος που συνδέει το ενετικό λιμάνι με τα Λιοντάρια, πήρε το όνομά της από εκείνη την αποφράδα ημέρα.
Ανάμεσα στη Λότζια, στον Άγιο Τίτο και στα νεοκλασικά κτίρια, ο πιο πολυσύχναστος δρόμος του σύγχρονου Ηρακλείου παραμένει ένα ζωντανό μνημείο. Η ονομασία του υπενθυμίζει ότι κάτω από τη σημερινή πολύβουη εικόνα του βρίσκεται η μνήμη εκατοντάδων ανθρώπων που χάθηκαν, λίγο πριν η Κρήτη ανοίξει οριστικά τον δρόμο προς την ελευθερία.