Όταν ένας παίκτης τηλεπαιχνιδιού λέει on air πως μεγάλωσε σε ιδρύματα και πως το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που θα κέρδιζε θα ήθελε να πάει σε οργανώσεις που στηρίζουν ανήλικα παιδιά, η κουβέντα παύει να είναι τηλεοπτική και γίνεται βαθιά κοινωνική. Γιατί η εξομολόγηση του Κυριάκου στο «The Chase» δεν συγκίνησε μόνο για την ευγνωμοσύνη που εξέφρασε, αλλά γιατί έφερε ξανά στο προσκήνιο μια δύσκολη αλήθεια: τα παιδιά που μεγαλώνουν μακριά από οικογενειακό περιβάλλον εξακολουθούν να υπάρχουν δίπλα μας, συχνά αθέατα.
Η στιγμή που ξεχώρισε στο τηλεπαιχνίδι ήρθε όταν ο Κυριάκος, μιλώντας στη Μαρία Μπεκατώρου, εξήγησε πως ένα μέρος από τα πιθανά κέρδη του θα πήγαινε στα παιδιά του, όμως «το μεγαλύτερο και πιο τίμιο κομμάτι» θα ήθελε να κατευθυνθεί σε ΜΚΟ και φορείς που στηρίζουν ανήλικους, επειδή ο ίδιος μεγάλωσε σε ιδρύματα, παιδουπόλεις και ορφανοτροφεία. Μαζί με αυτό, θέλησε να πει ένα δημόσιο «ευχαριστώ» σε όσους συνέβαλαν, όπως είπε, ώστε να επιβιώσουν «τα ξεχασμένα παιδιά».
Αυτή η φράση, «τα ξεχασμένα παιδιά», είναι ίσως η πιο βαριά από όλες. Γιατί πίσω της κρύβεται μια εμπειρία που δεν τελειώνει στην παιδική ηλικία. Η ζωή μέσα σε ιδρυματικά πλαίσια, η έλλειψη σταθερού οικογενειακού δεσμού, η αίσθηση ότι ανήκεις σε ένα σύστημα και όχι σε έναν δικό σου άνθρωπο, αφήνουν αποτύπωμα που συχνά ακολουθεί τα παιδιά και στην ενήλικη ζωή τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι και οι επίσημοι διεθνείς και εθνικοί φορείς επιμένουν πλέον όλο και περισσότερο σε ένα διαφορετικό μοντέλο παιδικής προστασίας. Η UNICEF υπογραμμίζει ότι τα παιδιά που τοποθετούνται μακροχρόνια σε ιδρύματα αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για τη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη, ενώ δίνει έμφαση στην ανάγκη τα παιδιά να μεγαλώνουν, όπου αυτό είναι εφικτό, σε οικογενειακό ή οικογενειακού τύπου περιβάλλον.
Στην Ελλάδα, η δημόσια συζήτηση για τα ιδρύματα παιδικής προστασίας έχει μετακινηθεί τα τελευταία χρόνια από τη λογική της απλής φιλοξενίας στη λογική της αποϊδρυματοποίησης και της μετάβασης σε πιο ανθρώπινες μορφές φροντίδας. Επίσημες καταγραφές αναφέρουν ότι το ισχύον πλαίσιο για τις Μονάδες Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας δίνει πλέον ρητό βάρος όχι μόνο στη λειτουργία των δομών, αλλά και στην αποκατάσταση των παιδιών σε οικογενειακό περιβάλλον. Παράλληλα, η πιο πρόσφατη έκθεση προόδου για την Ευρωπαϊκή Εγγύηση για το Παιδί στην Ελλάδα καταγράφει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη συνολική αποτύπωση των Μονάδων Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας και επεξεργασία προτάσεων για τον μετασχηματισμό τους.
Αυτό έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο: επειδή δείχνει ότι δεν υπάρχει μόνο το ερώτημα «πόσα ιδρύματα έχουμε», αλλά κυρίως το ερώτημα «τι είδους φροντίδα προσφέρουμε και πού θέλουμε να πάμε». Οι πιο πρόσφατες θεσμικές παρεμβάσεις κινούνται προς την ενίσχυση της αναδοχής, της οικογενειακής φροντίδας και της ημιαυτόνομης διαβίωσης για εφήβους που μεγαλώνουν σε δομές παιδικής προστασίας, ώστε η ενηλικίωση να μη σημαίνει απότομη πτώση στο κενό.
Με απλά λόγια, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να συντηρείται απλώς ένα σύστημα ιδρυματικής φροντίδας, αλλά να μειώνεται σταδιακά η ανάγκη για παρατεταμένη παραμονή παιδιών σε κλειστές δομές. Η ίδια η κρατική τεκμηρίωση μιλά για ενίσχυση της παιδικής προστασίας, για ημιαυτόνομη διαβίωση νέων άνω των 15 ετών που ζουν σε μονάδες παιδικής προστασίας και για σχεδιασμό μετασχηματισμού των δομών.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό βάθος της εξομολόγησης του Κυριάκου. Δεν μίλησε μόνο για το προσωπικό του παρελθόν. Μίλησε, έστω και έμμεσα, για το τι σημαίνει να σωθεί ένα παιδί όχι μόνο βιολογικά, αλλά και ψυχικά, κοινωνικά, ανθρώπινα. Μίλησε για τη μνήμη εκείνων που μεγάλωσαν με ελλείψεις, αλλά δεν ξέχασαν ποτέ ποιος τους στάθηκε. Και κυρίως μίλησε για την ανάγκη να συνεχιστεί αυτή η αλυσίδα φροντίδας προς τα παιδιά που σήμερα βρίσκονται εκεί όπου κάποτε βρέθηκε και ο ίδιος.
Γιατί τελικά αυτό είναι το πιο δυνατό μήνυμα αυτής της τηλεοπτικής στιγμής: ότι ένα παιδί που μεγάλωσε σε ίδρυμα δεν ζητά απλώς να ακουστεί η ιστορία του. Ζητά, με την ίδια του τη στάση, να μην επαναπαυτεί η κοινωνία στην ευαισθησία της στιγμής. Να τη μετατρέψει σε συνέχεια, σε στήριξη, σε πολιτική, σε ενδιαφέρον με διάρκεια.
Και αυτό το «ευχαριστώ» που είπε δημόσια ο Κυριάκος, ίσως πρέπει να επιστρέψει αλλιώς από την κοινωνία: όχι σαν χειροκρότημα για μια συγκινητική εξομολόγηση, αλλά σαν δέσμευση ότι τα σημερινά παιδιά που βρίσκονται σε δομές προστασίας δεν θα είναι τα επόμενα «ξεχασμένα παιδιά».