Μια ακόμη μελέτη έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες που αναφέρουν ότι οι παράγοντες κινδύνου για την υγεία της καρδιάς, όπως η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης, που επωφελήθηκαν από τα φάρμακα για την απώλεια βάρους προβλέπεται να επιστρέψουν στα προ της θεραπείας επίπεδα.
Ο γιατρός Ζιγιάντ Αλ-Άλι και η ομάδα του από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον επικεντρώθηκαν ειδικά στην υγεία της καρδιάς. σύμφωνα με άρθρο του TIME.
Τοσυγκεκριμένο άρθρο εξετάζει τη χρήση των φαρμάκων GLP-1, όπως τα Wegovy, Ozempic, Mounjaro και Zepbound, τα οποία λαμβάνουν πολλοί άνθρωποι για διάφορους λόγους. Αυτοί περιλαμβάνουν τον έλεγχο του διαβήτη τύπου 2, τη διαχείριση του βάρους, αλλά και οφέλη για την καρδιά, το ήπαρ και τα νεφρά. Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν αρχίσει να μελετούν πιο προσεκτικά τι συμβαίνει όταν οι ασθενείς σταματούν να παίρνουν αυτά τα φάρμακα.
Στη μελέτη τους εξέτασαν περισσότερους από 330.000 βετεράνους με διαβήτη τύπου 2. Περίπου οι μισοί από αυτούς λάμβαναν ενέσιμα φάρμακα GLP-1. Οι ερευνητές σύγκριναν τι συνέβαινε στην καρδιά όσων συνέχισαν τη θεραπεία για τρία χρόνια με όσους τη διέκοψαν.
Διαπιστώθηκε ότι περίπου το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα κατά τη διάρκεια της μελέτης, ενώ ένα άλλο τέταρτο τα διέκοψε και αργότερα τα ξανάρχισε. Οι βασικοί λόγοι διακοπής ήταν το υψηλό κόστος, η δυσκολία πρόσβασης στις εβδομαδιαίες ενέσεις και η δυσκολία να ακολουθήσουν σταθερά το πρόγραμμα θεραπείας.
Μέχρι τώρα, η μεγαλύτερη ανησυχία γύρω από τη διακοπή αυτών των φαρμάκων ήταν η επαναπρόσληψη βάρους. Όμως, οι ερευνητές θέλησαν να δουν τι συμβαίνει “εσωτερικά” στο σώμα. Εξέτασαν παράγοντες όπως η αρτηριακή πίεση, η χοληστερίνη, η φλεγμονή και η αντίσταση στην ινσουλίνη, που επηρεάζουν άμεσα την καρδιά.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα οφέλη των φαρμάκων αρχίζουν να χάνονται μόλις διακοπεί η χρήση τους. Η βελτίωση στην αντίσταση στην ινσουλίνη μειώνεται, τα επίπεδα χοληστερίνης ανεβαίνουν ξανά και η φλεγμονή αυξάνεται. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα ήταν η ταχύτητα με την οποία συμβαίνει αυτή η αλλαγή. Οι ερευνητές το περιγράφουν ως «μεταβολικό σοκ» (metabolic whiplash). Δηλαδή, ενώ χρειάζεται πολύς χρόνος για να χτιστεί η προστασία της καρδιάς, μπορεί να χαθεί πολύ πιο γρήγορα. Για παράδειγμα, αν κάποιος παίρνει τα φάρμακα για έναν χρόνο, μπορεί να χάσει τα οφέλη μέσα σε μόλις έξι μήνες μετά τη διακοπή.
Επιπλέον, η μελέτη έδειξε ότι όσοι σταμάτησαν τα φάρμακα για δύο χρόνια είχαν έως και 22% μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν καρδιακή προσβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο ή ακόμη και θάνατο, σε σύγκριση με όσους συνέχισαν τη θεραπεία.
Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη ακριβώς γιατί συμβαίνει αυτή η γρήγορη επιδείνωση. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι τα φάρμακα βοηθούν το σώμα να ρυθμίσει καλύτερα βασικές λειτουργίες, όπως το σάκχαρο στο αίμα και τη φλεγμονή. Όταν όμως σταματήσει η λήψη τους, το σώμα δυσκολεύεται να διατηρήσει αυτή την ισορροπία.
Ένα σημαντικό ερώτημα είναι αν αυτή η εναλλαγή μεταξύ βελτίωσης και επιδείνωσης μπορεί να είναι πιο επιβλαβής από το να μην είχε ξεκινήσει ποτέ η θεραπεία. Οι ερευνητές υποψιάζονται ότι αυτό μπορεί να ισχύει, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα για να το επιβεβαιώσουν.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι αυτά τα φάρμακα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προσωρινή λύση. Αντίθετα, φαίνεται ότι χρειάζεται μακροχρόνια και σταθερή χρήση για να διατηρηθούν τα οφέλη τους. Στη μελέτη, όσοι μείωσαν τη δόση αλλά δεν τη διέκοψαν εντελώς δεν εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο για καρδιακά προβλήματα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια χαμηλότερη δόση μπορεί να είναι αρκετή για να διατηρηθούν τα οφέλη.
Συνολικά, η έρευνα δείχνει ότι τα φάρμακα GLP-1 έχουν σημαντικά και βαθιά αποτελέσματα στον οργανισμό, πέρα από την απώλεια βάρους. Ωστόσο, η διακοπή τους μπορεί να ακυρώσει γρήγορα αυτά τα οφέλη και να αυξήσει τον κίνδυνο για την καρδιά. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται περισσότερη έρευνα ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η μακροχρόνια επίδρασή τους και ο σωστός τρόπος χρήσης τους.
«Η κατανόησή μας για αυτά τα φάρμακα έχει αλλάξει δραματικά», λέει ο Αλ-Άλι . «Πριν από αρκετά χρόνια, η επικρατούσα άποψη ήταν ότι οι άνθρωποι θα τα ξεκινούσαν για παχυσαρκία ή διαβήτη και, αν βελτιωνόταν ή έφταναν στον στόχο τους, θα τα σταματούσαν. Αλλά αυτά τα φάρμακα θεραπεύουν μια χρόνια πάθηση. Η πλήρης διακοπή τους είναι πιθανώς μη ρεαλιστική».
Και καταλήγει: «Όλοι γνωρίζουν ότι αν σταματήσουμε να λαμβάνουμε φάρμακα GLP-1, θα ξαναπάρουμε κάποιο βάρος, αλλά αυτό που συμβαίνει στην καρδιά δεν είναι ορατό…»
Προγενέστερη μελέτη: Επιστροφή στο ίδιο βάρος
Η προγενέστερη μελέτη που είχε δημοσιευθεί στο BMJ, έγινε από το Tμήμα Ιατρικής, Νοσοκομείο Brigham & Women’s – Ιατρική Σχολή Χάρβαρντ, Βοστώνη. Επανεξετάζοντας στοιχεία για 9.341 παχύσαρκους ή υπέρβαρους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε 37 μελέτες με οποιοδήποτε από τα 18 (υπάρχοντα) διαφορετικά φάρμακα για την απώλεια βάρους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι επανέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν μία λίβρα (0,4 kg) ανά μήνα μετά τη διακοπή των φαρμάκων και προβλέπεται να επιστρέψουν στο βάρος πριν από τη θεραπεία σε 1,7 χρόνια.
Ανεξάρτητα από το πόσο βάρος χάθηκε, η μηνιαία επαναπρόσληψη βάρους ήταν ταχύτερη μετά από φάρμακα για την απώλεια βάρους από ό,τι μετά από προγράμματα διαχείρισης βάρους δομημένων προσεγγίσεων (σ.σ. που διδάσκουν να αλλάζουμε διατροφικές συνήθειες και συνήθειες δραστηριότητας, εστιάζοντας στην αυτοπαρακολούθηση, τον καθορισμό στόχων και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής για να χάσουμε βάρος και να το διατηρήσουμε, χρησιμοποιώντας αρχές από την ψυχολογία συμπεριφοράς για μακροπρόθεσμη επιτυχία, όχι μόνο γρήγορες λύσεις).