Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να μιλά στον σκύλο μας σαν να καταλαβαίνει κάθε λέξη; Μπορεί να μην αντιλαμβάνεται τη γλώσσα όπως εμείς, όμως η καθημερινή του επαφή με την ανθρώπινη ομιλία φαίνεται πως επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλός του επεξεργάζεται τους ήχους.
Νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, διαπίστωσε ότι οι σκύλοι εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στα μοτίβα των συμφώνων παρά σε εκείνα των φωνηέντων, όταν προσπαθούν να εντοπίσουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα μέσα σε μια συνεχή ροή ομιλίας. Το εύρημα παρουσιάζει ομοιότητες με τον τρόπο που επεξεργάζονται την ομιλία οι άνθρωποι.
Πώς διαπίστωσαν οι επιστήμονες τι προσέχουν οι σκύλοι
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον Attila Andics από το Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd της Ουγγαρίας, εξέτασε 20 σκύλους συντροφιάς και 20 ενήλικες ανθρώπους. Οι συμμετέχοντες άκουγαν ηχογραφήσεις με ακολουθίες ανύπαρκτων λέξεων, ενώ οι επιστήμονες κατέγραφαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου τους με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG), μια μη επεμβατική μέθοδο μέτρησης της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου.
Οι ηχογραφήσεις περιλάμβαναν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: ακολουθίες στις οποίες τα σύμφωνα σχημάτιζαν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, άλλες στις οποίες τα μοτίβα βασίζονταν στα φωνήεντα και μια τρίτη, στην οποία οι συλλαβές εμφανίζονταν με τυχαία σειρά. Δεν υπήρχαν παύσεις που να υποδεικνύουν πού τελειώνει μια λέξη και πού αρχίζει η επόμενη.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές μπορούσαν να εξετάσουν αν ο εγκέφαλος εντόπιζε τις επαναλήψεις και οργάνωνε τους ήχους σε πιθανά λεκτικά μοτίβα, ακόμη και χωρίς να υπάρχει πραγματικό νόημα στις λέξεις.
Τα σύμφωνα έδωσαν ισχυρότερο σήμα στον εγκέφαλο των σκύλων
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η εγκεφαλική απόκριση των σκύλων στα μοτίβα που βασίζονταν στα σύμφωνα ήταν κατά 42% ισχυρότερη σε σύγκριση με εκείνη στα μοτίβα των φωνηέντων και κατά 55% ισχυρότερη σε σχέση με τις τυχαίες ακολουθίες.
Αντίστοιχη τάση παρατηρήθηκε και στους ανθρώπους: η απόκριση στα μοτίβα των συμφώνων ήταν σχεδόν 25% ισχυρότερη από εκείνη στα μοτίβα των φωνηέντων και 77% ισχυρότερη από την απόκριση στις τυχαίες ακολουθίες.
Οι επιστήμονες εξέτασαν, ουσιαστικά, πόσο συγχρονιζόταν η εγκεφαλική δραστηριότητα με τους ρυθμούς και τις επαναλήψεις που υπήρχαν στους ήχους. Η ισχυρότερη απόκριση στα σύμφωνα υποδηλώνει ότι οι σκύλοι μπορούσαν να παρακολουθούν αποτελεσματικότερα τις συγκεκριμένες ηχητικές κανονικότητες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοούν τις λέξεις όπως οι άνθρωποι. Δείχνει, όμως, ότι ο εγκέφαλός τους μπορεί να αξιοποιεί ορισμένα χαρακτηριστικά της ομιλίας για να εντοπίζει μοτίβα μέσα σε αυτήν.
Τι σημαίνει αυτό για τον τρόπο που μιλάμε στον σκύλο μας
Οι σκύλοι ζουν σε ένα περιβάλλον γεμάτο ανθρώπινες λέξεις, φωνές και επαναλαμβανόμενες εκφράσεις. Με τον χρόνο, μπορούν να μάθουν να συνδέουν συγκεκριμένους ήχους με πρόσωπα, αντικείμενα, δραστηριότητες και καθημερινές συνήθειες.
Η νέα μελέτη ενισχύει την ιδέα ότι η καθημερινή έκθεση στην ομιλία μπορεί να συνδέεται με τον τρόπο που ο εγκέφαλος των σκύλων επεξεργάζεται τα γλωσσικά μοτίβα. Ωστόσο, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η έκθεση αυτή είναι η μοναδική αιτία της προτίμησης για τα σύμφωνα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζεται περαιτέρω μελέτη για να κατανοήσουμε πώς αναπτύσσεται αυτή η ικανότητα.
Υπάρχει, πάντως, μια ενδιαφέρουσα πρακτική παρατήρηση: ο Nick Enfield, γλωσσολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ που σχολίασε τα ευρήματα στο Newscientist ,πρότεινε με χιούμορ ότι, αν θέλουμε να επιλέξουμε ένα όνομα για τον σκύλο μας, ίσως αξίζει να προτιμήσουμε ένα με περισσότερα σύμφωνα παρά ένα με περισσότερα φωνήεντα.
Αυτό δεν αποτελεί αποδεδειγμένο κανόνα για την επιλογή ονόματος. Για την καθημερινή εκπαίδευση και επικοινωνία, μεγαλύτερη σημασία έχει να χρησιμοποιούμε με συνέπεια το όνομα και τις εντολές μας, ώστε ο σκύλος να μπορεί να τις συνδέει με συγκεκριμένες εμπειρίες και συμπεριφορές.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι τετράποδοι φίλοι μας μπορεί να προσέχουν την ανθρώπινη ομιλία με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί. Και παρότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο που τους μιλάμε, η επιστήμη μάς δίνει έναν ακόμη λόγο να μην υποτιμούμε το πόσα μπορούν να μαθαίνουν από την καθημερινή μας επικοινωνία.
Με πληροφορίες από Science,Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd ,Newscientist