Η ελληνική Κεντροαριστερά και η Αριστερά μπαίνουν σε νέα περίοδο ρευστοποίησης. Η Νέα Αριστερά, χωρίς ουσιαστικό δημοσκοπικό αποτύπωμα, βρίσκεται μπροστά στη διάλυση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, παρακολουθεί το ενδεχόμενο «κόμμα Τσίπρα» ως υπαρξιακή απειλή. Και ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός καλείται να αποφασίσει αν θα χτίσει νέο φορέα με καινούργια πρόσωπα ή αν θα καταλήξει να απορροφήσει και φθαρμένα υλικά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Αριστερά δεν θυμίζει ανασύνθεση. Θυμίζει αποσύνθεση. Η Νέα Αριστερά, το κόμμα που δημιουργήθηκε ως απάντηση στην κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζεται πλέον να μπαίνει το ίδιο σε τροχιά διάλυσης, με βουλευτές της μειοψηφίας να ετοιμάζονται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, να αποχωρήσουν και να κινηθούν προς το υπό διαμόρφωση σχήμα του Αλέξη Τσίπρα. Η αποχώρηση αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί στον αριθμό που περιγράφεται, μπορεί να οδηγήσει και σε κατάργηση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, καθώς απαιτούνται τουλάχιστον δέκα βουλευτές για τη διατήρησή της όταν η ομάδα δεν έχει προκύψει αυτοτελώς από εκλογές.
Τα ονόματα που αναφέρονται στο ρεπορτάζ (Έφη Αχτσιόγλου, Αλέξης Χαρίτσης, Νάσος Ηλιόπουλος, Θεανώ Φωτίου, Οζγκιούρ Φερχάτ, μαζί με ακόμη τρεις ή τέσσερις βουλευτές που φέρονται να ακολουθούν) δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια απλή εσωκομματική διαφωνία. Πρόκειται για μετατόπιση κέντρου βάρους. Για την παραδοχή ότι το πείραμα της Νέας Αριστεράς, τουλάχιστον με τη σημερινή του μορφή, δεν κατάφερε να αποκτήσει κοινωνική δυναμική.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οργανωτικό. Είναι κυρίως πολιτικό. Η Νέα Αριστερά εμφανίζεται στις μετρήσεις είτε κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή είτε σε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά. Σε δημοσκόπηση της Interview, καταγράφεται στο 0,6%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, σε σενάριο ύπαρξης κόμματος Τσίπρα, πέφτει στο 0,9%. Στην ίδια μέτρηση, το υπό δημιουργία κόμμα Τσίπρα εμφανίζεται στο 13,7%, δεύτερο πίσω από τη Νέα Δημοκρατία και οριακά πάνω από το ΠΑΣΟΚ.
Αυτή είναι η πραγματική πολιτική βόμβα: δεν πιέζεται μόνο η Νέα Αριστερά. Πιέζεται και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ως ιστορικός φορέας. Το κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα εμφανίζεται να αναζητεί λόγο ύπαρξης ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: από τη μία, τη δική του εκλογική συρρίκνωση· από την άλλη, την επιστροφή του προσώπου που το ταύτισε με την εξουσία. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι απλώς ένας πρώην πρόεδρος. Για μεγάλο μέρος του χώρου παραμένει το μόνο πρόσωπο που μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς.
Η εκδήλωση στο Χαλάνδρι λειτούργησε ως πολιτικό σήμα. Η φράση περί «Θεριστή», δηλαδή Ιουνίου, διαβάστηκε ως προαναγγελία για την ίδρυση νέου κόμματος. Από εκεί και μετά, οι διεργασίες επιταχύνθηκαν. Όσοι στη Νέα Αριστερά δεν βλέπουν μέλλον στο σημερινό σχήμα κοιτούν προς τον Τσίπρα. Όσοι στον ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται ότι το κόμμα χωρίς τον ιδρυτικό του μύθο δυσκολεύεται να σταθεί, επίσης κοιτούν προς τον Τσίπρα.
Όμως εδώ αρχίζει το πιο δύσκολο ερώτημα για τον πρώην πρωθυπουργό: ποιον θα πάρει και ποιον θα αφήσει έξω;
Διότι άλλο πράγμα είναι να συγκροτείς ένα νέο πολιτικό σχέδιο και άλλο να μεταφέρεις στο νέο σχήμα όλο το παλιό πολιτικό προσωπικό που κουβαλά ήττες, φθορά, αντιφάσεις και εσωτερικούς λογαριασμούς. Αν ο Τσίπρας θέλει να εμφανιστεί ως επικεφαλής ενός νέου προοδευτικού φορέα, δεν μπορεί να μοιάζει με απλή επανέκδοση του ΣΥΡΙΖΑ του 2015, του 2019 ή του 2023. Αν όμως αρνηθεί να απορροφήσει τους παλιούς, κινδυνεύει να στερηθεί έτοιμο μηχανισμό, κοινοβουλευτική εμπειρία και οργανωτικές υποδομές.
Αυτό είναι το δίλημμα: νέο κόμμα ή νέα στέγη για παλιούς γνώριμους;
Η Νέα Αριστερά πληρώνει ακριβώς αυτό το κενό. Δημιουργήθηκε με στελέχη πρώτης γραμμής, αλλά χωρίς να απαντήσει πειστικά στο ερώτημα «γιατί τώρα και γιατί εμείς». Η διαφοροποίησή της από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν περισσότερο πολιτικο-ηθική και λιγότερο κοινωνικά ριζωμένη. Δεν κατάφερε να γίνει ρεύμα. Δεν έγινε πόλος. Δεν έγινε κόμμα που να αφορά πέρα από τον κύκλο των στελεχών και των ήδη πεισμένων.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης και όσοι επιμείνουν στην αυτόνομη πορεία θα επιχειρήσουν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα της «αναδημιουργίας της Αριστεράς». Όμως η πολιτική αριθμητική είναι αμείλικτη. Όταν η δημοσκοπική παρουσία είναι ισχνή και η κοινοβουλευτική υπόσταση απειλείται, η συζήτηση περί στρατηγικής μετατρέπεται γρήγορα σε συζήτηση επιβίωσης.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση είναι διαφορετική αλλά εξίσου δύσκολη. Το κόμμα δεν διαλύεται οργανωτικά με τον ίδιο τρόπο, αλλά μοιάζει να χάνει το αφήγημά του. Αν υπάρξει κόμμα Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα βρεθεί μπροστά σε ένα υπαρξιακό ερώτημα: είναι αυτόνομος πολιτικός φορέας ή προσωρινό κέλυφος μέχρι την επιστροφή του πρώην αρχηγού με νέο όνομα, νέο σήμα και νέα υπόσχεση;
Το παράδοξο είναι ότι όλοι μιλούν για το «νέο», αλλά οι περισσότεροι πρωταγωνιστές είναι γνωστοί εδώ και χρόνια. Αυτό ακριβώς θα κρίνει και την τύχη του εγχειρήματος Τσίπρα. Αν ο νέος φορέας γεμίσει αποκλειστικά με στελέχη παλιάς κοπής, τότε η κοινωνία μπορεί να τον δει ως ανακύκλωση. Αν, αντίθετα, επιλέξει περιορισμένη απορρόφηση έμπειρων στελεχών και ταυτόχρονη ανάδειξη νέων προσώπων, μπορεί να εμφανιστεί ως πραγματική προσπάθεια ανασύνθεσης.
Η Αριστερά, πάντως, βρίσκεται ήδη μπροστά σε έναν νέο κύκλο εσωτερικής μετανάστευσης. Από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Νέα Αριστερά, από τη Νέα Αριστερά στο κόμμα Τσίπρα, από την κομματική βεβαιότητα στην πολιτική αναμονή. Και μέσα σε αυτή τη διαδρομή, το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος φεύγει και ποιος μένει.
Το βασικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη κοινωνική ζήτηση για έναν προοδευτικό φορέα εξουσίας ή αν το μόνο που αναζητείται είναι ένα πρόσωπο ικανό να στεγάσει τα συντρίμμια.