Δυσκολεύτηκα να διαβάσω το μανιφέστο της «κυβερνώσας Αριστεράς», όχι τόσο επειδή είναι κακογραμμένο, όσο επειδή είναι υπερβολικά πυκνό σε πολιτική ορολογία, ενώ μοιάζει λιγότερο με άνοιγμα προς το μέλλον και περισσότερο με επιστροφή στο παρελθόν. Πίσω από τη φιλοδοξία της ανανέωσης διακρίνει κανείς αρκετές από τις ιδεολογικές εμμονές που ταλαιπωρούν το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες.

Το πρώτο ζήτημα στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ είναι καθαρά θεσμικό. Αναρωτιέμαι μέχρι ποιου σημείου μπορεί ένα ινστιτούτο πρώην πρωθυπουργού, ιδίως όταν διεκδικεί δημόσιο κύρος ή άμεση/έμμεση δημόσια στήριξη, δύναται να λειτουργεί ως προθάλαμος κομματικής ανασύνθεσης στο τρέχον πολιτικό προσκήνιο. Άλλο η διαφύλαξη αρχείων, η ιστορική τεκμηρίωση, η δημόσια συζήτηση και η αποτίμηση ενός κυβερνητικού έργου, που κατά τεκμήριο αποτελούν την αποστολή ενός ιδρύματος πρώην πρωθυπουργού, και άλλο η παραγωγή προγραμματικών κειμένων που προετοιμάζουν έναν νέο πολιτικό σχηματισμό.

Advertisement
Advertisement

Το δεύτερο ζήτημα είναι η υπερβολή στις νεφελώδεις αναφορές πολιτικής θεωρίας. Πρόκειται για ένα κείμενο πλήρες πολιτικής ορολογίας σαν να απευθύνεται σε φοιτητή α΄ εξαμήνου στις Πολιτικές Επιστήμες (σοσιαλδημοκρατία, ριζοσπαστική Αριστερά, πολιτική οικολογία, φιλελευθερισμός, κοινωνικό κράτος, δικαιώματα, νέα προοδευτική πλειοψηφία, κυβερνώσα αριστερά): όλα συνυπάρχουν σε ένα δαιδαλώδες σχήμα που φιλοδοξεί να είναι συνθετικό άρα πλειοψηφικό στην κοινωνία, αλλά καταλήγει νεφελώδες, ακατανόητο και αντιφατικό.

Το κείμενο ορθώς επισημαίνει υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα που βιώνει η ελληνική κοινωνία: ακρίβεια, στέγη, εργασιακή ανασφάλεια, ανισότητες, πίεση στη νέα γενιά, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Όμως η αναγνώριση των προβλημάτων δεν αρκεί. Χρειάζεται και πειστική απάντηση για το πώς θα χρηματοδοτηθούν οι προτεινόμενες πολιτικές, πώς θα προστατευθεί η παραγωγή, πώς θα ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα, πώς θα δημιουργηθεί πλούτος πριν αυτός αναδιανεμηθεί.

Εδώ η «κυβερνώσα Αριστερά» φαίνεται να επιστρέφει σε μια γνώριμη αδυναμία της: μιλά πολύ για διανομή, πολύ λιγότερο για παραγωγή. Μιλά πολύ για δικαιώματα, λιγότερο για υποχρεώσεις. Μιλά πολύ για κοινωνικό κράτος, λιγότερο ή καθόλου για το παραγωγικό υπόβαθρο που θα το καταστήσει βιώσιμο. Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας θα έπρεπε να έχει διδάξει τους συντάκτες του κειμένου ότι οι καλές προθέσεις, όταν δεν συνοδεύονται από δημοσιονομικό ρεαλισμό και παραγωγική στρατηγική, καταλήγουν είτε σε λαϊκή απογοήτευση είτε σε υπερφορολόγηση των ήδη πιεσμένων παραγωγικών στρωμάτων.

Ακόμη σοβαρότερο, ίσως και αναμενόμενο ως ένα βαθμό, είναι το κενό του μανιφέστου της «κυβερνώσας Αριστεράς» στα εθνικά ζητήματα. Με δύο περιφερειακούς πολέμους σε εξέλιξη κυριολεκτικά στη γειτονιά μας, το ΝΑΤΟ που συνεχώς αποδυναμώνεται, μια Ανατολική Μεσόγειο σε διαρκή ρευστότητα και μια Τουρκία που δεν έχει εγκαταλείψει τον αναθεωρητισμό της, ένα ελληνικό μανιφέστο, ακόμη και της Αριστεράς, δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί ειρήνης, διεθνούς δικαίου και πολυμερούς συνεργασίας. Αυτά είναι που ευχόμαστε όλοι, ακόμη και οι φιναλίστ των καλλιστείων στις ερωτήσεις που τους κάνουν, αλλά δυστυχώς μοιάζουν τετριμμένα και ανεπίκαιρα. Η Ελλάδα χρειάζεται αμυντική αποτροπή, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ανταγωνιστική αμυντική βιομηχανία, στρατηγικό βάθος και καθαρή αντίληψη εθνικής ασφάλειας. Μάλλον θα το ρισκάρουμε πάλι…

Ανάλογη, και επίσης αναμενόμενη, είναι η αδυναμία του κειμένου στο κρίσιμο πρόβλημα του δημογραφικού. Η υπογεννητικότητα αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα για τη συνέχεια του έθνους μας, αλλά και του κράτους που εδράζεται επί αυτού. Το δημογραφικό επηρεάζει την οικονομία, την άμυνα, το ασφαλιστικό, την περιφέρεια, την εθνική συνοχή. Ένα μανιφέστο που φιλοδοξεί να εκφράσει κυβερνητική πρόταση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει το δημογραφικό μόνο έμμεσα, μέσα από επιμέρους επιλεκτικές αναφορές στη στέγη, τους νέους ή την εργασία. Χρειάζεται καθαρή πολιτική για την οικογένεια, τη γέννηση παιδιών, τη στήριξη των νέων ζευγαριών και την αναζωογόνηση της υπαίθρου.

Η ύπαιθρος, επίσης, δεν περιορίζεται στην κοινωνική ομάδα των αγροτών και στα προβλήματά τους. Είναι χώρος ζωής, παραγωγής, ιστορικής συνέχειας και εθνικής παρουσίας. Η ερήμωσή της δεν αντιμετωπίζεται μόνο με γενικές αναφορές στον αγροτικό κόσμο. Απαιτεί συνεκτικό σχέδιο για την περιφέρεια, τις υποδομές, την τοπική παραγωγή, την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την εγκατάσταση νέων οικογενειών και την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της αγροτικής και επαρχιακής ζωής.

Advertisement

Τέλος, απουσιάζει η βαθιά αυτοκριτική. Δεν αρκεί ένας πολιτικός χώρος να δηλώνει ότι δεν ήταν αλάθητος. Πρέπει να εξηγήσει τι έμαθε από την προηγούμενη κυβερνητική του εμπειρία και κυρίως τι δεν θα επαναλάβει. Πώς αντιλαμβάνεται σήμερα το κράτος μετά την κυβερνητική του εμπειρία; Πώς θα αποφύγει τον κρατισμό, την πελατειακή λογική και την υπερφορολόγηση;

Εν κατακλείδι, το κείμενο θέλει να εμφανιστεί ως ιδεολογική επανεκκίνηση. Στην πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια ανασύνταξης ενός παλαιού πολιτικού προσωπικού και ενός γνώριμου πολιτικού λεξιλογίου, που η κοινωνία είχε ήδη δοκιμάσει και απορρίψει στις εκλογές του 2019. Η επίκληση της «νέας εποχής» δεν αρκεί, όταν συνοδεύεται από παλαιές βεβαιότητες: κρατισμό χωρίς επαρκή παραγωγική βάση, δικαιωματική ρητορική χωρίς ανάλογη έμφαση στις υποχρεώσεις, κοινωνική ευαισθησία χωρίς πειστικό δημοσιονομικό σχέδιο, θεσμικές εξαγγελίες χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική για την προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία.

Πολλή θεωρία, ελάχιστη αυτοκριτική, καθόλου πειστική απάντηση για άμυνα, δημογραφικό, οικογένεια, ύπαιθρο και παραγωγή. Δηλαδή για όλα όσα κρίνουν όχι απλώς την επιτυχία μιας κυβέρνησης, αλλά την ίδια την επιβίωση μιας χώρας.

Advertisement