Από αυτή την εβδομάδα, η πολιτική και δημοσκοπική συζήτηση μπαίνει σε άλλη φάση. Δεν μετριούνται πια μόνο οι γνωστοί παίκτες του κομματικού συστήματος. Στο κάδρο μπαίνουν και δύο νέοι παράγοντες: το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού. Και αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, αλλάζει τους συσχετισμούς.
Ας ξεκινήσω από κάτι που θεωρώ αυτονόητο: είναι πολύ πρώιμο να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα από τις πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές αυτών των δύο κομμάτων.
Όχι γιατί δεν έχουν πολιτικό ενδιαφέρον. Το αντίθετο. Έχουν μεγάλο. Αλλά γιατί, όταν ένα νέο κόμμα εμφανίζεται, η πρώτη μέτρηση δεν αποτυπώνει πάντα πολιτική επιλογή. Συχνά αποτυπώνει ψυχολογία. Αντίδραση. Θυμό. Προσδοκία. Περιέργεια. Μερικές φορές και ανάγκη του εκλογικού σώματος να στείλει μήνυμα στους ήδη υπάρχοντες κομματικούς σχηματισμούς.
Γι’ αυτό και πιστεύω ότι χρειάζεται τουλάχιστον ένας μήνας πολιτικής παρουσίας, δηλώσεων, θέσεων, δράσεων και καθαρών επιλογών, ώστε να αρχίσουμε να βλέπουμε τι πραγματικά εκφράζει κάθε νέο κόμμα. Άλλο η πρώτη εντύπωση και άλλο η σταθερή πολιτική συμπεριφορά.
Όμως, όπως και αν έχουν τα πράγματα, είτε τώρα είτε λίγο αργότερα, ένα είναι βέβαιο: η πολιτική ατζέντα αλλάζει.
Οι παραδοσιακοί μονομάχοι του κομματικού συστήματος θα πιεστούν. Άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Κάποιοι θα δουν ποσοστά να συμπιέζονται. Κάποιοι θα αναγκαστούν να αναθεωρήσουν στρατηγικές. Και κάποιοι θα καταλάβουν ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα μοιάζει με την προηγούμενη.
Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία έχουν να φοβηθούν πρωτίστως τον Αλέξη Τσίπρα. Το νέο κόμμα Τσίπρα, κατά τη γνώμη μου, θα κινηθεί κυρίως στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Θα επιχειρήσει να βάλει μια τάξη σε έναν διασπασμένο χώρο, να μαζέψει κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ, να απευθυνθεί σε απογοητευμένους προοδευτικούς ψηφοφόρους και, όπου μπορεί, να πιέσει και το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. το οποίο βρίσκεται σε ακόμα χειρότερη δημοσκοπική θέση. Όταν αυτή τη στιγμή κινδυνεύει να είναι τέταρτο ακόμα και από την Καρυστιανού. Την ώρα που ο Τσίπρας μπορεί να πιάσει το εικοσάρι.
Αυτό δεν είναι αμελητέο. Είναι πολύ σημαντικό για την αναδιάταξη της αντιπολίτευσης. Αλλά δεν θεωρώ ότι είναι αυτό που θα κόψει απευθείας τον κεντρικό κορμό της Νέας Δημοκρατίας.
Αντίθετα, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού μπορεί να προκαλέσει διαφορετικού τύπου ανησυχία. Όχι επειδή έχει ακόμη δομημένη πολιτική πρόταση πλήρους κυβερνητικής ευθύνης. Αυτό μένει να φανεί. Αλλά επειδή φαίνεται να πατά σε ένα πιο θυμικό, πιο αντισυστημικό και ενδεχομένως πιο δεξιόστροφο ακροατήριο, το οποίο δεν κινείται απαραίτητα με τους κλασικούς άξονες Αριστεράς – Δεξιάς.
Εκεί μπορεί να υπάρξουν πιέσεις όχι μόνο για τη Νέα Δημοκρατία, αλλά κυρίως για τη Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου, τη Νίκη και ενδεχομένως την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου. Δηλαδή για κόμματα που μέχρι σήμερα εκφράζουν, με διαφορετικό τρόπο το καθένα, τμήματα της διαμαρτυρίας, της συντηρητικής αγωνίας, της αντισυστημικής ψήφου ή της δεξιάς δυσαρέσκειας.
Με απλά λόγια, πάμε σε εκλογές με άλλα κομματικά και δημοσκοπικά δεδομένα.
Και αυτό ισχύει είτε οι κάλπες στηθούν αργά το φθινόπωρο είτε στις αρχές της επόμενης άνοιξης. Το πολιτικό σκηνικό δεν θα είναι στατικό. Θα κινείται. Θα δοκιμάζεται. Θα αλλάζει από μήνα σε μήνα.
Ας μη γελιόμαστε, όμως. Το μεγάλο θέμα δεν είναι μόνο ποιος θα βγει πρώτος. Αυτό, με τα σημερινά δεδομένα, εξακολουθεί να δείχνει προς τη Νέα Δημοκρατία. Το μεγάλο θέμα είναι αν μπορεί να υπάρξει αυτοδυναμία. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, η απάντηση γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Την αυτοδυναμία πρέπει μάλλον να αρχίσουμε να την αποχαιρετούμε. Όχι ως επιθυμία ενός κόμματος, αλλά ως ρεαλιστικό πολιτικό αποτέλεσμα. Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, με τον τρόπο του, είχε αφήσει να εννοηθεί στη ΔΕΘ ότι στο τέλος οι πολίτες θα είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν αν θα υπάρξει ή όχι αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Όμως η χώρα δεν μπορεί να μπει σε περιπέτειες ακυβερνησίας. Δεν μπορεί κάθε κομματική φιλοδοξία, κάθε προσωπική στρατηγική και κάθε πολιτική αμετροέπεια να μετατρέπεται σε κίνδυνο για τη σταθερότητα.
Η επόμενη μέρα θα απαιτήσει συνεννόηση. Θα απαιτήσει πολιτική ωριμότητα. Θα απαιτήσει δυνάμεις που μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα ελάχιστο πλαίσιο διακυβέρνησης, με άξονα τη Νέα Δημοκρατία, εφόσον αυτή παραμείνει πρώτη δύναμη, και με στόχο να προχωρήσει η χώρα σταθερά.
Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι η Ελλάδα αναλαμβάνει από την 1η Ιουλίου 2027 την εξάμηνη Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι μια περίοδος αυξημένης ευθύνης, ευρωπαϊκής παρουσίας και θεσμικής σοβαρότητας.
Γι’ αυτό και το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών δεν θα είναι μόνο ποιο κόμμα θα κερδίσει λίγες μονάδες ή ποιο θα χάσει λίγες μονάδες. Το πραγματικό διακύβευμα θα είναι αν μπορεί να σχηματιστεί μια κυβέρνηση που θα κρατήσει τη χώρα όρθια, σοβαρή και λειτουργική.
Τα νέα κόμματα θα μετρηθούν. Οι παλιοί παίκτες θα πιεστούν. Οι δημοσκοπήσεις θα αλλάζουν. Η ψυχολογία της κοινωνίας θα καταγράφεται με ένταση. Αλλά στο τέλος, η κάλπη δεν μπορεί να είναι μόνο εκτόνωση. Πρέπει να είναι και ευθύνη. Και αυτό είναι κάτι που, αυτή τη φορά, κανείς δεν δικαιούται να το υποτιμήσει.