Τη σημαντική διαφοροποίηση της κυβέρνησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης ανέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στο Ηράκλειο, θέτοντας έτσι ένα βασικό δίλημμα ενόψει των εκλογών.
Με αφορμή την υλοποίηση μεγάλων έργων στην Κρήτη και τη στάση της αντιπολίτευσης που επιμένει να μηδενίζει ή να αφορίζει και να μην έχει σχέδιο για την επόμενη μέρα, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «μετά από επτά χρόνια είμαστε στην ευχάριστη θέση να μην μιλάμε με «θα», αλλά να βλέπετε εσείς οι ίδιοι την πρόοδο αυτών των σύνθετων έργων να υλοποιείται.
Και θα έλεγα ότι αυτή ακριβώς είναι και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα κόμμα το οποίο έχει σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 και σε κάποιους οι οποίοι ενδεχομένως να θέλουν να μας γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα του 1980.
Εμείς δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, θέλουμε να πάμε μπροστά».
Και αυτή τη διαφορά μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης ο Κυριάκος Μητσοτάκης σκοπεύει να την αναδεικνύει όλο και περισσότερο όσο οδεύουμε προς τις κάλπες.
Δεν υπάρχει θέμα κομματικής πειθαρχίας στην ψηφοφορία για την άρση ασυλίας αλλά γίνονται συστάσεις
Για την ώρα πάντως ο κυβερνητικός μηχανισμός έχει στρέψει το βλέμμα στο εσωτερικό του κόμματος και στη μείωση της «γκρίνιας» που καταγράφεται στις τάξεις της κοινοβουλευτικής ομάδας, με αφορμή και τις εξελίξεις στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ. και της εμπλοκής πολιτικών προσώπων της παράταξης. Αύριο ψηφίζονται οι άρσεις ασυλίας για τους 13 βουλευτές που τα ονόματα τους περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και το βασικό μέλημα του Μεγάρου Μαξίμου είναι να μην καταγραφούν σημαντικές διαφοροποιήσεις από βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Να μη βρεθεί δηλαδή μεγάλος αριθμός βουλευτών που θα ψηφίσει κατά της άρσης ασυλίας των συναδέλφων τους. Θέμα κομματικής πειθαρχίας δεν τίθεται, κάτι που ξεκαθάρισε χθες (20/4) ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στο μπρίφινγκ.
«Σε τέτοιες ψηφοφορίες δεν είθισται να μπαίνει θέμα κομματικής πειθαρχίας. Ούτε σε αυτή την ψηφοφορία θα μπει, για να είναι σαφές. Από κει και πέρα, οφείλω να επισημάνω ότι οι ίδιοι οι βουλευτές έχουν ζητήσει την άρση της ασυλίας τους, όχι γιατί θεωρούν ότι είναι ένοχοι, αλλά γιατί πιστεύουν στην αθωότητά τους και θέλουν να την αποδείξουν», ανέφερε ο Παύλος Μαρινάκης και πρόσθεσε:
«Κάποιοι λένε ερμηνεύοντας δηλώσεις ότι θα ψηφιστεί η άρση κάποιων ασυλιών, δε θα ψηφιστεί κάποιων άλλων. Νομίζω ότι αυτό δημιουργεί και κάποια προβλήματα. Δηλαδή αν δεν ψηφίσεις την άρση ασυλίας κάποιων βουλευτών και ψηφίσεις την άρση ασυλίας κάποιων άλλων βουλευτών, είναι σαν να θεωρείς ότι κάποιοι είναι αθώοι και κάποιοι είναι ένοχοι, εν πάση περιπτώσει. Οπότε νομίζω ότι καλό είναι να μη βιαζόμαστε, να μη βασιζόμαστε σε διαρροές, σε αναλύσεις οι οποίες βασίζονται σε διαρροές.»
Πάντως, τις τελευταίες ημέρες υπάρχει συστηματική προσπάθεια και από συνεργάτες του πρωθυπουργού να πέσουν οι τόνοι και να ψηφισθούν οι άρσεις ασυλίας. Ήδη έχουν γίνει πολλά τηλεφωνήματα σε βουλευτές που σκέφτονταν να διαφοροποιηθούν. Στόχος είναι να περιορισθούν οι διαρροές και να μην προκύψει πολιτικό ζήτημα μετά από αυτή τη διαδικασία με βουλευτές που εμφανίζονται να διαφωνούν με την κεντρική «γραμμή» της κυβέρνησης, δίνοντας έτσι στην αντιπολίτευση την ευκαιρία να «πατήσει» πάνω σε αυτό και να εντείνει την πίεση.