Πειθαρχική έρευνα για την ορκωμοσία του Πέτρου Κωνσταντίνου ως δημοτικού συμβούλου στον Δήμο Αθηναίων φέρεται να έχει κινήσει το υπουργείο Εσωτερικών, μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η επιλογή του να μην εκφωνήσει τον προβλεπόμενο όρκο ή τη νόμιμη διαβεβαίωση, αλλά ένα ιδεολογικό και πολιτικό κείμενο. Το θέμα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι πρωτίστως ζήτημα νομιμότητας: ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένο τύπο ορκωμοσίας για τους αιρετούς της αυτοδιοίκησης και ορίζει ρητά ότι, αν αυτός δεν τηρηθεί, θεωρείται πως ο αιρετός δεν έχει ορκιστεί.
Το ζήτημα που άνοιξε στον Δήμο Αθηναίων δεν αφορά το δικαίωμα ενός αιρετού να έχει πολιτικές απόψεις, να εκφράζει ιδεολογικές θέσεις ή να ασκεί αντιπολίτευση. Αυτά είναι αυτονόητα σε μια δημοκρατία.
Αφορά κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: αν ένας δημοτικός σύμβουλος μπορεί να αναλάβει δημόσιο αξίωμα χωρίς να δώσει τον όρκο ή τη διαβεβαίωση που προβλέπει ο νόμος.
Ο Πέτρος Κωνσταντίνου, κατά την τελετή ορκωμοσίας του ως δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, δεν είπε τον καθιερωμένο όρκο, αλλά διάβασε δικό του κείμενο, με αναφορές σε εργαζόμενους, μετανάστες, Παλαιστίνη, Τέμπη, Πύλο, αντιφασισμό και αντικαπιταλισμό.
Υπήρξε άμεση παρέμβαση από τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη που δήλωσε στον ΣΚΑΪ πως το υπουργείο Εσωτερικών έχει ξεκινήσει πειθαρχική έρευνα για την υπόθεση.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο νόμος 4804/2021, στο άρθρο 37, δεν αφήνει περιθώριο αυτοσχεδιασμού. Προβλέπει ότι οι δήμαρχοι, οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι δημοτικών κοινοτήτων και οι πρόεδροι κοινοτήτων, πριν αναλάβουν καθήκοντα, δίνουν συγκεκριμένο όρκο: «Ορκίζομαι να είμαι πιστός στην πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να εκπληρώνω τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου». Για όποιον δεν επιθυμεί να δώσει όρκο, προβλέπεται πολιτική διαβεβαίωση: «Δηλώνω, επικαλούμενος την τιμή και τη συνείδησή μου, ότι θα είμαι πιστός στην Ελλάδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους και ότι θα εκπληρώνω τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».
Η επόμενη παράγραφος είναι ακόμη πιο καθαρή: αν δεν τηρηθεί ένας από τους δύο τύπους —δηλαδή είτε ο όρκος είτε η πολιτική διαβεβαίωση— θεωρείται ότι ο δήμαρχος, ο δημοτικός σύμβουλος ή ο κοινοτικός σύμβουλος δεν έχει ορκιστεί.
Με απλά λόγια: δεν αρκεί να παρίσταται κάποιος σε τελετή ορκωμοσίας. Δεν αρκεί να διαβάσει ένα κείμενο. Δεν αρκεί να υπογράψει πρακτικό, αν στην πραγματικότητα δεν είπε τον προβλεπόμενο όρκο ή τη νόμιμη διαβεβαίωση. Η ανάληψη καθηκόντων προϋποθέτει τήρηση συγκεκριμένης νόμιμης διαδικασίας.
Το Σύνταγμα, από την πλευρά του, προβλέπει ρητά όρκο για τους βουλευτές στο άρθρο 59, με αναφορά στην πίστη στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, την υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και την ευσυνείδητη εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ο συγκεκριμένος τύπος δεν βρίσκεται απευθείας στο Σύνταγμα, αλλά στον ειδικό νόμο για τις δημοτικές αρχές. Ωστόσο, η ουσία είναι κοινή: η ανάληψη δημόσιου αξιώματος συνοδεύεται από ρητή δέσμευση τήρησης του Συντάγματος και των νόμων.
Αυτό σημαίνει ότι, με βάση το γράμμα του άρθρου 37 του ν. 4804/2021, αν πράγματι ο κ. Κωνσταντίνου δεν εκφώνησε ούτε τον νόμιμο όρκο ούτε τη νόμιμη πολιτική διαβεβαίωση, τότε υπάρχει σοβαρό ζήτημα εγκυρότητας της ορκωμοσίας του. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει νομίμως ορκιστεί και, κατά συνέπεια, τίθεται θέμα αν μπορεί να συμμετέχει νόμιμα στο Δημοτικό Συμβούλιο ως μέλος του.
Υπάρχει και δεύτερο επίπεδο: η αποδοχή της θέσης. Ο νόμος προβλέπει ότι ο αιρετός που δεν αποποιείται την εκλογή του θεωρείται ότι την έχει αποδεχθεί. Όμως η αποδοχή της εκλογής δεν ταυτίζεται με τη νόμιμη ανάληψη καθηκόντων. Για να ασκήσει κανείς καθήκοντα δημοτικού συμβούλου πρέπει να έχει ορκιστεί ή να έχει δώσει τη ρητή διαβεβαίωση που προβλέπει ο νόμος.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν ο κ. Κωνσταντίνου ήθελε να αποδεχθεί τη θέση. Το ερώτημα είναι αν την ανέλαβε νόμιμα. Και εκεί η απάντηση, με βάση τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, είναι τουλάχιστον προβληματική.
Για τους αξιωματούχους του Δήμου που αποδέχθηκαν τη διαδικασία — όπως ο δήμαρχος, η πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ή όποιο άλλο αρμόδιο όργανο υπέγραψε ή θεώρησε το πρακτικό — δεν υπάρχει αυτομάτως ποινή μόνο και μόνο επειδή έγινε η τελετή. Υπάρχει όμως πιθανότητα πειθαρχικού ελέγχου, εφόσον κριθεί ότι υπήρξε σοβαρή παράβαση καθήκοντος ή υπέρβαση αρμοδιότητας από δόλο ή βαριά αμέλεια.
Το υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει ότι η πειθαρχική ευθύνη των αιρετών ΟΤΑ θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και προσδιορίζεται στα άρθρα 233 και επόμενα του ν. 3852/2010. Οι πειθαρχικές ποινές για αιρετούς μπορεί να φθάσουν έως την αργία ή την έκπτωση, εφόσον διαπιστωθεί πειθαρχικό παράπτωμα.
Συνεπώς, για τον δήμαρχο ή την πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου δεν μπορεί κανείς να προεξοφλήσει ποινή. Μπορεί όμως να ελεγχθεί αν γνώριζαν ότι δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος, αν παρ’ όλα αυτά θεώρησαν την ορκωμοσία έγκυρη και αν συντάχθηκε ή υπογράφηκε πρακτικό που εμφανίζει ως νόμιμη μια διαδικασία που ενδεχομένως δεν ήταν.
Ακόμη πιο σοβαρό θα ήταν, αν το πρακτικό της ορκωμοσίας αναφέρει ότι δόθηκε ο νόμιμος όρκος ή η νόμιμη διαβεβαίωση ενώ αυτό δεν συνέβη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ζήτημα θα μπορούσε να ξεφύγει από το στενό πειθαρχικό πλαίσιο και να ερευνηθεί και ως προς τη νομιμότητα του εγγράφου. Ο Άδωνις Γεωργιάδης έκανε λόγο για «πλαστογραφία», όμως αυτό αποτελεί πολιτική καταγγελία και όχι νομικά διαπιστωμένο συμπέρασμα.
Τι θα κάνει τώρα το υπουργείο Εσωτερικών; Με βάση όσα έχουν γίνει γνωστά, έχει ξεκινήσει πειθαρχική έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες θα εξετάσουν το πρακτικό, το βίντεο ή τα στοιχεία της τελετής, το ποιος προήδρευσε, ποιος υπέγραψε, αν εστάλη το πρακτικό στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή και αν ο κ. Κωνσταντίνου θεωρήθηκε εγκατεστημένος δημοτικός σύμβουλος χωρίς να έχει τηρηθεί ο νόμος.
Το πιθανότερο θεσμικό σενάριο είναι να ζητηθούν εξηγήσεις από τον Δήμο Αθηναίων και να κριθεί αν η ορκωμοσία πρέπει να θεωρηθεί ανυπόστατη ή άκυρη. Αν κριθεί ότι δεν δόθηκε νόμιμος όρκος ή διαβεβαίωση, ο κ. Κωνσταντίνου θα πρέπει είτε να κληθεί να ορκιστεί νόμιμα είτε να κινηθεί διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της θέσης, ανάλογα με το εφαρμοστέο στάδιο και την ιδιότητά του ως αναπληρωματικού που καταλαμβάνει έδρα. Ο νόμος προβλέπει ότι οι αναπληρωματικοί που καλούνται να καταλάβουν κενή έδρα οφείλουν να παρουσιαστούν για ορκωμοσία εντός πέντε ημερών και η ορκωμοσία γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 37.
Η πολιτική διάσταση είναι προφανής. Η νομική, όμως, είναι ακόμη πιο καθαρή: ο αιρετός μπορεί να είναι άθεος, αριστερός, δεξιός, αντικαπιταλιστής, φιλελεύθερος ή οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να αρνηθεί τον θρησκευτικό όρκο και να δώσει πολιτική διαβεβαίωση. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει τον νόμιμο όρκο με προσωπικό μανιφέστο και να θεωρηθεί ότι έχει ορκιστεί κανονικά.
Στη Δημοκρατία, η ελευθερία της πολιτικής έκφρασης προστατεύεται. Αλλά η ανάληψη δημόσιου αξιώματος δεν είναι ιδιωτική πράξη. Είναι θεσμική διαδικασία. Και σε αυτή τη διαδικασία, ο νόμος δεν ζητά ιδεολογική ομοφωνία. Ζητά κάτι ελάχιστο και απολύτως αναγκαίο: δέσμευση στο Σύνταγμα και στους νόμους.