Το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, που αρχίζει σήμερα στο Metropolitan Expo με το σύνθημα «Μαζί για την Ελλάδα του 2030», δεν είναι ένα ακόμη κομματικό ραντεβού. Είναι η πρώτη μεγάλη πρόβα συσπείρωσης σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημοσκοπική δυσαρέσκεια, θεσμική φθορά, εσωτερικές αμφισβητήσεις και τον κίνδυνο διαρροών προς τα δεξιά. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το συνέδριο δεν αρκεί να βγάλει εικόνα ενότητας. Πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν η ΝΔ μπορεί ακόμη να πείσει ότι ξέρει πού πάει τη χώρα και κυρίως αν ακούει εκείνους που δυσκολεύονται να την ακολουθήσουν.

Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ξεκινά με έντονο προεκλογικό χρώμα, αλλά όχι σε κενό αέρος. Η κυβέρνηση δεν μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία από θέση πολιτικής άνεσης. Μπαίνει με την πίεση της ακρίβειας να επιμένει, με το κράτος δικαίου να παραμένει ανοιχτή πληγή στη δημόσια συζήτηση, με την καθημερινότητα να βαραίνει περισσότερο από τις μεγάλες μακροοικονομικές αφηγήσεις και με ένα κομμάτι της παραδοσιακής δεξιάς βάσης να δείχνει σημάδια απομάκρυνσης.

Advertisement
Advertisement

Αυτό είναι το πραγματικό φόντο πίσω από τα φώτα, τις ομιλίες και τα συνθήματα. Η ΝΔ θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας με ορίζοντα το 2030. Όμως ο πολίτης του 2026 δεν ζητά μόνο ορίζοντα. Ζητά ανάσα στο σούπερ μάρκετ, εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αίσθηση δικαιοσύνης, ασφάλεια στην καθημερινότητα και ένα κράτος που δεν λειτουργεί με δύο ταχύτητες.

Το πρώτο πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ακριβώς αυτό: η απόσταση ανάμεσα στη μακρά αφήγηση και τη βραχεία αγωνία. Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις, ψηφιακό κράτος και διεθνή αναβάθμιση της χώρας. Αλλά όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μετρά το εισόδημα πριν τελειώσει ο μήνας, η πολιτική αξιολόγηση γίνεται πολύ πιο σκληρή. Η ακρίβεια δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα αξιοπιστίας. Αν ο πολίτης αισθάνεται ότι οι αριθμοί ευημερούν αλλά το δικό του πορτοφόλι όχι, τότε η κυβερνητική αφήγηση χάνει έδαφος.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι θεσμικό. Η συζήτηση για το κράτος δικαίου, τις υποκλοπές, τη λειτουργία των θεσμών, τη Δικαιοσύνη και τη διαφάνεια δεν έχει κλείσει. Μπορεί για ένα κομμάτι του κομματικού ακροατηρίου να θεωρείται θέμα αντιπολιτευτικής υπερβολής. Για ένα ευρύτερο, όμως, κεντρώο και φιλελεύθερο ακροατήριο, είναι θέμα πολιτικής ταυτότητας. Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη κέρδισε μεγάλο μέρος της ηγεμονίας της επειδή υποσχέθηκε σοβαρότητα, κανονικότητα και θεσμική αποτελεσματικότητα. Αν σε αυτό το πεδίο υπάρξει ρήγμα εμπιστοσύνης, δεν αναπληρώνεται εύκολα με αναπτυξιακά διαγράμματα.

Το τρίτο πρόβλημα είναι εσωτερικό. Και δεν είναι αμελητέο. Η παραίτηση της Ιωάννας Γκελεστάθη από τη ΝΔ, με αναφορές σε «ρήγμα» με την ηγεσία και αιχμές για μηχανισμούς, κονκλάβια και ίντριγκες, ήρθε να υπενθυμίσει ότι η φθορά δεν εκφράζεται μόνο στις δημοσκοπήσεις ή στα καφενεία. Εκφράζεται και μέσα στο ίδιο το κομματικό σώμα. Την ίδια στιγμή, η επιστολή δέκα πρώην υπουργών, βουλευτών και στελεχών της ΝΔ, με σκληρή κριτική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το επιτελικό κράτος, δείχνει ότι η εσωκομματική δυσφορία δεν περιορίζεται σε ψιθύρους διαδρόμων.

Αυτά τα επεισόδια δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η ΝΔ απειλείται με κατάρρευση. Σημαίνουν όμως ότι η ενότητα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Και κυρίως ότι η κομματική βάση δεν συγκινείται πια μόνο από την επίκληση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου ή από την απουσία ισχυρού αντιπάλου στην Κεντροαριστερά. Η ΝΔ έχει πλέον να αντιμετωπίσει και το πρόβλημα της δικής της κόπωσης.

Το τέταρτο πρόβλημα είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Είτε προχωρήσει άμεσα είτε όχι η δημιουργία νέου κόμματος, το πολιτικό φάσμα υπάρχει ήδη. Και λειτουργεί πιεστικά. Όχι επειδή ένα τέτοιο σχήμα θα διεκδικήσει απαραίτητα την εξουσία, αλλά επειδή μπορεί να κόψει κρίσιμα ποσοστά από τη ΝΔ, ιδίως σε ένα εκλογικό περιβάλλον όπου η αυτοδυναμία θα είναι δύσκολη και κάθε μονάδα μετράει. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο αριθμητικός. Είναι συμβολικός. Ένα κόμμα στα δεξιά της ΝΔ, με σαμαρική αναφορά, θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει την ιδεολογική αυθεντικότητα της σημερινής ηγεσίας και να εμφανίσει το Μέγαρο Μαξίμου ως αποκομμένο από την παραδοσιακή βάση της παράταξης.

Advertisement

Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο σημείο για τον πρωθυπουργό. Αν μετακινηθεί υπερβολικά προς τα δεξιά, κινδυνεύει να χάσει το κεντρώο ακροατήριο που του έδωσε τις μεγάλες νίκες. Αν μείνει αποκλειστικά στο κέντρο, κινδυνεύει να αφήσει χώρο σε όσους καταγγέλλουν ότι η ΝΔ έχασε την ψυχή της. Η ισορροπία είναι λεπτή και δεν λύνεται με ρητορικά τεχνάσματα. Θέλει πολιτικό σχέδιο.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον δρόμο προς τις εκλογές, είτε αυτές γίνουν το φθινόπωρο είτε το αργότερο την άνοιξη του επόμενου έτους;

Πρώτον, να ξανακάνει την καθημερινότητα κέντρο της πολιτικής του. Όχι με αποσπασματικά επιδόματα και επικοινωνιακές εξαγγελίες, αλλά με πειστική πολιτική για τιμές, μισθούς, στέγη, υγεία και ασφάλεια. Η κοινωνία δεν χρειάζεται να ακούσει ξανά ότι η Ελλάδα πηγαίνει καλύτερα. Χρειάζεται να το αισθανθεί.

Advertisement

Δεύτερον, να απαντήσει θεσμικά και όχι αμυντικά στα ζητήματα κράτους δικαίου. Η επίκληση της σταθερότητας δεν αρκεί, όταν υπάρχει αίσθηση αδιαφάνειας ή ατιμωρησίας. Αν ο πρωθυπουργός θέλει να ξανακερδίσει το φιλελεύθερο και κεντρώο κομμάτι της βάσης του, πρέπει να δείξει ότι η θεσμική κανονικότητα δεν είναι σύνθημα, αλλά κυβερνητική πρακτική.

Τρίτον, να ανοίξει πραγματικά το κόμμα. Η ΝΔ δεν μπορεί να πάει σε εκλογική μάχη ως μηχανισμός επιβεβαίωσης του Μαξίμου. Χρειάζεται στελέχη που μιλούν, διαφωνούν, ακούγονται και συμμετέχουν. Τα κόμματα εξουσίας δεν κινδυνεύουν μόνο από τους αντιπάλους τους. Κινδυνεύουν και όταν παύουν να λειτουργούν ως ζωντανοί πολιτικοί οργανισμοί.

Τέταρτον, να διαχειριστεί τη δεξιά πίεση χωρίς πανικό. Η απάντηση σε ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά δεν μπορεί να είναι ούτε η περιφρόνηση ούτε η μίμηση. Πρέπει να είναι μια καθαρή πολιτική πρόταση που θα πείθει ότι η ΝΔ μπορεί να είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή, πατριωτική, μεταρρυθμιστική και κοινωνικά γειωμένη. Όχι με όρους εσωκομματικής νοσταλγίας, αλλά με όρους διακυβέρνησης.

Advertisement

Πέμπτον, να αποκαταστήσει την αίσθηση πολιτικής σεμνότητας. Μετά από χρόνια εξουσίας, κάθε κυβέρνηση αποκτά αλαζονεία, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβάνεται. Η κοινωνία όμως το αντιλαμβάνεται γρήγορα. Και το τιμωρεί ακόμη γρηγορότερα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται να δείξει ότι δεν θεωρεί τη νίκη φυσικό δικαίωμα της ΝΔ, αλλά πολιτικό συμβόλαιο που πρέπει να ανανεωθεί.

Το συνέδριο, επομένως, είναι κάτι περισσότερο από μια κομματική τελετουργία. Είναι ένα τεστ πολιτικής αυτογνωσίας. Αν η ΝΔ το αντιμετωπίσει ως σκηνικό συσπείρωσης, μπορεί να κερδίσει τρεις ημέρες καλών εικόνων. Αν όμως το αντιμετωπίσει ως αφετηρία επανεκκίνησης, ίσως κερδίσει κάτι πολύ πιο σημαντικό: χρόνο, αξιοπιστία και επαφή με μια κοινωνία που δεν έχει ακόμη αποφασίσει οριστικά να φύγει, αλλά δεν είναι πλέον διατεθειμένη να περιμένει χωρίς απαντήσεις.

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το στοίχημα δεν είναι να πείσει τους ήδη πεπεισμένους. Είναι να ξαναμιλήσει σε όσους τον ψήφισαν, αλλά σήμερα δυσφορούν. Σε όσους θέλουν σταθερότητα, αλλά όχι αυτάρκεια. Μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι αλαζονεία. Ανάπτυξη, αλλά όχι ανισότητα. Κράτος, αλλά όχι κομματικό μηχανισμό.

Advertisement

Αυτό είναι το δύσκολο συνέδριο της ΝΔ. Όχι επειδή απειλείται αύριο το πρωί η κυριαρχία της. Αλλά επειδή για πρώτη φορά μετά από καιρό η κυριαρχία αυτή δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη.

Advertisement