Η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει με ένταση στη Βουλή, αυτή τη φορά με επίκεντρο την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για νέα Εξεταστική Επιτροπή. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται αποφασισμένη να την μπλοκάρει πολιτικά και κοινοβουλευτικά, επιμένοντας ότι δεν υπάρχουν νέα δεδομένα που να δικαιολογούν εκ νέου διερεύνηση, ενώ παράλληλα εξετάζει να ζητήσει αυξημένη πλειοψηφία 151 ψήφων, αντί των 120 που επικαλείται η αντιπολίτευση.
Η κυβέρνηση δείχνει να έχει καταλήξει στη γραμμή της απόρριψης της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για σύσταση νέας Εξεταστικής Επιτροπής για τις υποκλοπές, η οποία αναμένεται να συζητηθεί στην Ολομέλεια της Βουλής την Παρασκευή 22 Μαΐου. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει από το κυβερνητικό στρατόπεδο, η ΝΔ θεωρεί ότι η υπόθεση έχει ήδη ελεγχθεί θεσμικά και δικαστικά και ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία που να δικαιολογούν το άνοιγμα ενός νέου κοινοβουλευτικού κύκλου διερεύνησης.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η πολιτική στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και η διαδικαστική οδός που φαίνεται να επιλέγει. Στο εσωτερικό της ΝΔ έχει συζητηθεί το ενδεχόμενο να τεθεί ζήτημα αυξημένης πλειοψηφίας 151 ψήφων, με επίκληση των προβλέψεων που αφορούν υποθέσεις εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Πρόκειται για μια επιλογή που, αν επιβεβαιωθεί στην Ολομέλεια, θα αλλάξει το πεδίο της αντιπαράθεσης: από την ουσία της υπόθεσης των παρακολουθήσεων, στη μάχη για το ποιος τελικά έχει το δικαίωμα να επιβάλει κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, υπενθυμίζει ότι το 2022 η προηγούμενη Εξεταστική για τις υποκλοπές είχε συσταθεί με την επίκληση του ορίου των 120 ψήφων, καθώς η Νέα Δημοκρατία είχε τότε αποχωρήσει από την ψηφοφορία, αφήνοντας την αντιπολίτευση να προχωρήσει. Αυτό το προηγούμενο χρησιμοποιεί σήμερα η Χαριλάου Τρικούπη ως βασικό επιχείρημα απέναντι στην κυβερνητική γραμμή, κατηγορώντας τη ΝΔ ότι επιχειρεί να σηκώσει έναν νέο θεσμικό φραγμό στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Η σύγκρουση πήρε νέα διάσταση μετά τη θυελλώδη συνεδρίαση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, όπου προσήλθε ο διοικητής της ΕΥΠ Θεμιστοκλής Δεμίρης, ενώ δεν παρέστη ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας. Η απουσία του τελευταίου, με επίκληση της διάκρισης των εξουσιών, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος υποστήριξε ότι ένας ανώτατος κρατικός λειτουργός οφείλει να συμβάλει στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση με τόσο βαρύ θεσμικό αποτύπωμα.
Στην ίδια συνεδρίαση, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ φέρεται να ζήτησε εκ νέου τον πλήρη φάκελο της παρακολούθησής του, θέτοντας ευθέως ερωτήματα προς τον διοικητή της ΕΥΠ. Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο κ. Ανδρουλάκης προειδοποίησε ότι εξετάζει ακόμη και νομικά μέτρα, εφόσον συνεχιστεί η άρνηση πλήρους ενημέρωσής του για τους λόγους παρακολούθησής του.
Η διαρροή διαλόγων από την κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση προκάλεσε νέο πολιτικό σεισμό. Ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης προανήγγειλε διερεύνηση του ζητήματος, χαρακτηρίζοντας τη διαρροή κοινοβουλευτική εκτροπή, ενώ κυβερνητικές πηγές κατηγόρησαν το ΠΑΣΟΚ για «κοπτοραπτική» και στοχοποίηση του διοικητή της ΕΥΠ. Από την πλευρά του, ο Νίκος Ανδρουλάκης απάντησε διερωτώμενος ποιο κρατικό μυστικό αποκαλύφθηκε, επιμένοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι τι ειπώθηκε και τι δεν ειπώθηκε, για τον φάκελο της παρακολούθησής του.
Κυβερνητικά στελέχη κατηγορούν τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι υιοθετεί τακτική σύγκρουσης με τους θεσμούς και επιχειρούν να τον εμφανίσουν ως παράγοντα έντασης. Ενδεικτική είναι η διαρροή κυβερνητικών πηγών που, μετά τον παλαιότερο χαρακτηρισμό περί «πράσινου ΣΥΡΙΖΑ», ανέβασαν τους τόνους μιλώντας πλέον για «πράσινη Ζωή», σε μια ευθεία προσπάθεια ταύτισης του ΠΑΣΟΚ με τη συγκρουσιακή κοινοβουλευτική γραμμή της Ζωής Κωνσταντοπούλου.