Το ορθόν της επιλογής των φρεγατών FDI (Βelh@rra) ως «πυρήνα» του Πολεμικού Ναυτικού στις επόμενες δεκαετίες επιβεβαίωσε η επιλογή της Σουηδίας: Όπως ανακοινώθηκε την Τρίτη, το σουηδικό ναυτικό θα προμηθευτεί 4 φρεγάτες FDI από τη γαλλική Naval Group, σε μια συμφωνία ύψους άνω των 4 δισ. δολαρίων, που αναμένεται να πολλαπλασιάσει τις δυνατότητες αεράμυνάς της όσον αφορά στην αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφαλείας που αντιμετωπίζει στη Βαλτική και αλλού.

Η Naval Group κέρδισε την «κούρσα» απέναντι στην πρόταση της ισπανικής Navantia και σε αυτήν που είχαν υποβάλει από κοινού η βρετανική Babcock και η Saab. Η Σουηδία προσπαθεί να ενισχύσει με ταχείς ρυθμούς τις ένοπλες δυνάμεις της μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, και οι προηγμένες φρεγάτες FDI αποτελούν σημαντική αναβάθμιση για το πολεμικό της ναυτικό: Σημειώνεται πως πρόκειται για τη μεγαλύτερη επένδυση της χώρας στον τομέα των ενόπλων δυνάμεων από τη δεκαετία του 1980, κάτι που υπογράμμισε και ο πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον.

Advertisement
Advertisement

Τα πλοία αναμένεται να παραδοθούν σταδιακά από το 2030 και μετά. Η Naval Group σε ανακοίνωσή της ευχαρίστησε τις σουηδικές αρχές για την εμπιστοσύνη τους και υπογράμμισε πως έχει κινητοποιηθεί πλήρως για την ταχεία παράδοση «της πρώτης τάξης φρεγάτας, έτοιμης για μάχη και ήδη πλήρους επιχειρησιακής στο γαλλικό και το ελληνικό πολεμικό ναυτικό, με δυνατότητες σε όλους τους τομείς πολέμου και σε όλες τις θάλασσες, από τον βορρά μέχρι τις θερμές θάλασσες». Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αναφέρθηκε και αυτός στο θέμα, ευχαριστώντας τη Σουηδία και σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια στρατηγική απόφαση που αντικατοπτρίζει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο χωρών, δεδομένης και της επιλογής της Γαλλίας για το GlobalEye της Saab για την ανανέωση των ιπτάμενων ραντάρ της.

Από πλευράς του ο Κρίστερσον είπε πως η ένταξη των φρεγατών σε υπηρεσία από μόνη της θα τριπλασιάσει τις δυνατότητες αεράμυνας της χώρας. Σημειώνεται πως οι σουηδικές FDI (κλάσης Lulea) θα είναι τα μεγαλύτερα πολεμικά πλοία της χώρας, και η κυβέρνηση έχει ζητήσει να εξοπλιστούν και με συστήματα εγχώριας προέλευσης. Πάντως στον κρίσιμο ρόλο της αεράμυνας θα φέρει τους πυραύλους Aster 30 (όπως και οι ελληνικές) και τους CAMM-ER.

Όσον αφορά στους λόγους που η Σουηδία επέλεξε να ακολουθήσει τον δρόμο της Ελλάδας για την ενίσχυση του πολεμικού ναυτικού της, θεωρείται ότι οι παράγοντες που έκριναν την «κούρσα» η σύγχρονη φιλοσοφία, που δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση των συστημάτων μάχης και το δικτυοκεντρικό μοντέλο πολέμου (με τις πλατφόρμες που «μιλάνε» μεταξύ τους), αλλά και η ωριμότητα του σχεδίου (η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και στην επιλογή των FDI από το Πολεμικό Ναυτικό) και η δυνατότητα για ταχεία ναυπήγηση και παράδοση, καθώς η Naval Group ναυπηγεί ήδη φρεγάτες FDI στο Λοριάν.

Σημειώνεται ότι η Σουηδία εδώ και καιρό έψαχνε ένα σκάφος επόμενης γενιάς για να συνεχίσει την ενίσχυση του στόλου της μετά την κλάση Visby (σύγχρονες κορβέτες με stealth χαρακτηριστικά) και αρχικά προσανατολιζόταν προς την κατεύθυνση επιπλέον κορβετών, βασισμένων στο ίδιο σχέδιο, με ενισχυμένες δυνατότητες αεράμυνας. Η τελική επιλογή των FDI – μεγαλύτερων και βαρύτερα οπλισμένων σκαφών – αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη για μονάδες με μεγάλο εύρος δυνατοτήτων και ισχύ πυρός για την αντιμετώπιση επιθέσεων κορεσμού, που έχει φανεί ότι αποτελούν χαρακτηριστικό του σύγχρονου πολέμου. Στην περίπτωση της Σουηδίας, τα σκάφη αυτά θα διαθέτουν τόσο μεγάλες δυνατότητες αυτοπροστασίας, όσο και αεράμυνας περιοχής, παρέχοντας κάλυψη σε άλλα σκάφη, αλλά και επίγειες εγκαταστάσεις, απέναντι σε απειλές από αέρα. Υπενθυμίζεται ότι η κύρια απειλή ασφαλείας για τη Σουηδία προέρχεται από τη Ρωσία, που στον πόλεμο της Ουκρανίας χρησιμοποιεί, πέραν της «συμβατικής» πολεμικής της αεροπορίας, μεγάλους όγκους μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων σε μαζικές επιθέσεις κατά της ουκρανικής αεράμυνας.

Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή των FDI αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη και για την Ελλάδα, καθώς διασφαλίζει το μέλλον και την εξέλιξη του προγράμματος που βρίσκεται στον «σκληρό πυρήνα» του Πολεμικού Ναυτικού σε βάθος χρόνου – και μάλιστα σε διεθνές πλαίσιο.