Γράφει ο Καθηγητής Δημήτριος Β. Σκιαδάς – Έδρα Jean Monnet Ευρωπαϊκού Δικαίου και Διακυβέρνησης-Παν/μιο Μακεδονίας Έδρα Ελληνικών & Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κων/νος Καραμανλής» – Fletcher School of Law and Diplomacy/Tufts University
Ο Ρωμαίος σατυρικός ποιητής Γιουβενάλης (τέλη 1ου – αρχές 2ου αιώνα μ.Χ.) σε ένα από τα γνωστά ποιήματα του, τις Σάτυρες, θέλοντας να αναδείξει την αδυναμία της ρωμαϊκής κοινωνίας να επιβάλει ηθική συμπεριφορά στις γυναίκες της εποχής λόγω ακριβώς της διαφθοράς των αξιωματούχων που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον αυτό, αναρωτήθηκε «Quis custodiet ipsos custodes?» (Satire VI, 347–348, δηλαδή «ποιός θα φυλάξει τους ίδιους τους φύλακες;»)
Η ουσία του ερωτήματος αυτού είχε αναδειχθεί ήδη στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα (375 π.Χ.), μέσα από τους σχετικούς σωκρατικούς διαλόγους. Πρόκειται για τον βασικό προβληματισμό του πως μπορεί κάποιος να διασφαλίσει ότι εκείνοι που έχουν την εξουσία (σε κάθε μορφή της – εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) δεν θα την καταχραστούν εφόσον οι ίδιοι δεν ελέγχονται από κάποιον άλλο. Ο προβληματισμός αυτός διατρέχει την διαμόρφωση πολιτευμάτων, κρατών και άλλων συναφών σχημάτων εξουσίας εδώ και 25 αιώνες.
Στο πλαίσιο μιας οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας (ήτοι μιας Πολιτείας) οι μορφές της εξουσίας, διακριτές μεταξύ τους, ισορροπούν κατά την εφαρμογή τους ώστε να λειτουργεί η Πολιτεία αποτελεσματικά. Και οι αξιωματούχοι που είναι επιφορτισμένοι με αυτή την εφαρμογή κατά κανόνα επιλέγονται από τον λαό (τουλάχιστον κατά το δημοκρατικό πολιτειακό πρότυπο). Όμως στην Ευρώπη οι λειτουργοί της δικαστικής εξουσίας δεν είναι αιρετοί αλλά επιλέγονται και ορίζονται είτε από τη νομοθετική εξουσία, είτε από την εκτελεστική εξουσία, είτε από διάφορες μορφές συνδυασμού ενεργειών νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, στις οποίες υπάρχει ενίοτε κάποια συμμετοχή και των ίδιων των δικαστικών λειτουργών. Σε επίπεδο ΕΕ, οι δικαστές του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ορίζονται από τους εκπροσώπους των κρατών μελών της ΕΕ, μετά από διαβούλευση με ειδική επιτροπή. Αντίθετα στις ΗΠΑ ενώ σε ομοσπονδιακό επίπεδο οι ανώτατοι δικαστές επιλέγονται από τον Πρόεδρο με τη συναίνεση της Γερουσίας, σε πολιτειακό επίπεδο οι δικαστές επιλέγονται (αναλόγως την Πολιτεία) ή από τους πολίτες με κομματικές εκλογές ή με μη κομματικές εκλογές, ή από τον κυβερνήτη, ή από τη νομοθετική εξουσία, ή με συνδυαστική δράση των ανωτέρω συντελεστών.
Τα μοντέλα αυτά έχουν διαμορφωθεί μετά από μια μακρά διαδικασία εξέλιξης των μορφών πολιτειακής δομής. Και σίγουρα έχουν θετικά και αρνητικά στοιχεία. Τα τελευταία χρόνια όμως καταγράφεται σε διεθνές επίπεδο μια τάση αμφισβήτησης της λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας με σημεία αναφοράς της σχετικής κριτικής την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης, την έλλειψη λογοδοσίας, τις πολιτικές επιρροές, τα φαινόμενα κακοδικίας που αποδίδονται σε δικαστικές αυθαιρεσίες, τα φαινόμενα διαφθοράς κλπ.
Η πιο πρόσφατη θεσμική εκδοχή αυτής της αμφισβήτησης έλαβε χώρα τον περασμένο Ιούλιο στο πλαίσιο των εργασιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων συζήτησε μια έκθεση που εγκαλεί το ΔΕΕ για έλλειψη διαφάνειας, λογοδοσίας και μη τήρηση θεσμικών ισορροπιών, αποτελώντας κατ’ ουσία μια ευθεία επίθεση στην νομιμοποίηση και εξουσία του ΔΕΕ να μπορεί να κρίνει εάν και κατά πόσο τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών είναι σε θέση, λόγω σύνθεσης, οργάνωσης και λειτουργίας, να εφαρμόσουν το δίκαιο της ΕΕ κατά τρόπο ενιαίο και κοινά αποδεκτό που να εδράζεται στην ανεξαρτησία τους. Η υπό συζήτηση έκθεση (αποτελεί πρωτοβουλία ενός ακραίου συντηρητικού Ευρωβουλευτή του ΕΛΚ από τη Σουηδία) με αναφορές στις έννοιες της εθνικής κυριαρχίας και της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών προτείνει το ΔΕΕ, πριν αποφανθεί επί της ανεξαρτησίας ενός εθνικού δικαστηρίου, να δημιουργήσει μια διαδικασία αμοιβαίου διαλόγου με το συγκεκριμένο δικαστήριο και να περιορίσει την ουσία των αποφάσεων του σε θέματα που ανήκουν στη δικαιοδοσία της ΕΕ (δεδομένου ότι η οργάνωση των εθνικών δικαιοδοτικών συστημάτων ανήκει στην δικαιοδοσία των κρατών μελών), έτσι ώστε να υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων (ιδίως των ανώτατων) και του ΔΕΕ.
Η πρόταση αυτή εμφανίζεται ως επιστέγασμα αποφάσεων ανώτατων δικαστηρίων στην Γερμανία, την Πολωνία, την Γαλλία, την Δανία, την Τσεχία κλπ που έθεσαν προβληματισμούς σχετικά με τα όρια δράσης του ΔΕΕ κατά τη δικαιοδοτική του λειτουργία, σε σχέση με τις μεταβιβασθείσες αρμοδιότητες από τα κράτη μέλη προς την ΕΕ και τα όργανα της.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι και το ΔΕΕ, σε αρκετές περιπτώσεις, έχει τροφοδοτήσει αρνητικές κριτικές που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του, ειδικά ως προς τα θέματα κατανομής δικαστικού φόρτου μεταξύ των μελών του, την ύπαρξη οικονομικών συμφερόντων των δικαστών σε οικονομικούς φορείς που ελέγχονται από το ΔΕΕ, την έλλειψη δημοσιότητας σε δραστηριότητες του, ακόμη και το τεχνικό ζήτημα αναφορικά με την μηχανή αναζήτησης της νομολογίας του (InfoCuria), η νεώτερη εκδοχή της οποίας έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις ως προς την λειτουργικότητα της, καθώς έχει θέσει εν αμφιβόλω τη παροχή ασφάλειας δικαίου ακόμη και για απλούς πολίτες.
Η λειτουργία ενωσιακών οργάνων στο πλαίσιο της δικαστικής εξουσίας έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο και στη χώρα μας, με πιο πρόσφατη αφορμή τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (πρόκειται για κρισιμότατο θεσμό στο πλαίσιο του εθνικού δικαιοδοτικού ποινικού συστήματος) τόσο ως προς τον τρόπο ορισμού των μελών της όσο και ως προς το περιεχόμενο των ενεργειών της για τη διερεύνηση της ουσίας των υποθέσεων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της. Η κριτική που έχει ασκηθεί στην προκειμένη περίπτωση δεν εκκινεί πάντα από πολιτειακούς/θεσμικούς προβληματισμούς αλλά ενίοτε και από πολιτικές θέσεις και αντιλήψεις που εντάσσουν τη σχετική επιχειρηματολογία στο παίγνιο της κομματικής αντιπαράθεσης σε εθνικό επίπεδο.
Μια άλλη περίπτωση αμφισβήτησης της δικαστικής εξουσίας προέκυψε πρόσφατα και σε διεθνές επίπεδο, με την επίσημη τοποθέτηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Κατά τη σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο αποτελεί απειλή για την εθνική κυριαρχία των ΗΠΑ καθώς επικαλείται εξουσία άσκησης δίωξης, επιβολής και εκτέλεσης ποινών εις βάρος Αμερικανών αξιωματούχων ενώ οι ΗΠΑ δεν αποτελούν συμβαλλόμενο μέρος της ιδρυτικής συνθήκης του εν λόγω Δικαστηρίου (την υπέγραψαν το 2000 και απέσυραν την υπογραφή τους το 2002) και θεωρούν ότι δεν έχει καμία δικαιοδοσία το Δικαστήριο αυτό επί Αμερικανών υπηκόων, καθώς δεν έχει καμία νομιμοποίηση (στο σημείο αυτό μάλιστα αντιδιαστέλλουν το γεγονός ότι τα ποινικά δικαστήρια στις ΗΠΑ περιλαμβάνουν σώμα ενόρκων που κρίνουν επί της ενοχής ή μη κάποιου ενώ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη και οι δικαστές του δεν είναι αιρετοί αλλά διορισμένοι). Έτσι οι ΗΠΑ καλούν τα συμβαλλόμενα κράτη να αποσύρουν τη συμμετοχή τους και να μην συνεργάζονται με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ενώ προτίθενται να λάβουν μέτρα κατά των μελών και του προσωπικού του Δικαστηρίου αυτού. Είναι δε ενδιαφέρον ότι, λίγες μέρες μετά την αμερικανική ανακοίνωση, ο επικεφαλής εισαγγελέας του εν λόγω Δικαστηρίου παύθηκε κατόπιν πολύμηνης έρευνας επί κατηγοριών εις βάρος του για σεξουαλική παρενόχληση, με ψήφους 82 επί 125 κρατών μελών, παρότι το πόρισμα της έρευνας ήταν τελικά απαλλακτικό (εις βάρος του ίδιου εισαγγελέα οι ΗΠΑ είχαν επιβάλλει κατά το παρελθόν κυρώσεις επειδή είχε εκδώσει ένταλμα σύλληψης του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Νετανιάχου). Επίσης το κύρος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου επλήγη όταν η ΕΕ ανακοίνωσε μαζί με το Συμβούλιο της Ευρώπης τη δημιουργία ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα επιληφθεί των ευθυνών για τη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι 41 κράτη έχουν προσφύγει κατά της Ρωσίας για το ίδιο θέμα στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Αυτή η γενικευμένη αντίδραση σε διαμορφωμένες δομές και λειτουργίες της δικαστικής εξουσίας σε εθνικό, υπερεθνικό και διεθνές επίπεδο καταδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης προς αυτές τις δομές. Τα αίτια έλλειψης αυτής της εμπιστοσύνης ποικίλουν καθώς εκτείνονται από ουσιαστικές αντιλήψεις περί θεσμικής ανισορροπίας και έλλειψης δημοκρατικής νομιμοποίησης του υφιστάμενου δικαιοδοτικού συστήματος έως εκτιμήσεις πολιτικού συμφέροντος που ενίοτε καταδεικνύουν προσωπική ιδιοτέλεια και υστεροβουλία των εκφραστών τους.
Προδήλως κρίσιμες διορθωτικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητες ώστε να υπάρξει:
α) πραγματική διαφάνεια στις λειτουργίες των δικαιοδοτικών μηχανισμών (τόσο σε διοικητικό/οργανωτικό όσο και σε δικαιοδοτικό επίπεδο) και στα ζητήματα που αφορούν την προσωπική κατάσταση και τα συμφέροντα των λειτουργών της δικαιοσύνης,
β) δημοσιότητα και εγγύτητα στη δικαιοδοτική λειτουργία τους ώστε να αποκατασταθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση τους μέσω της γνώσης για το πλαίσιο, τον τρόπο και το περιεχόμενο των ενεργειών τους,
γ) σαφήνεια στον καθορισμό των όρων οργάνωσης και λειτουργίας τους, δ) διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους και της ακεραιότητας της δικανικής δράσης τους.
Αλλά είναι εξίσου πρόδηλο ότι δεν μπορεί να είναι βιώσιμη επιλογή αντιμετώπισης των προαναφερθέντων προβλημάτων η πλήρης κατάργηση και αποδιάρθρωση του υφιστάμενου δικαιοδοτικού συστήματος, δηλαδή η απόλυτη άρνηση της ύπαρξης του είτε στο σύνολο του, είτε ως προς συγκεκριμένες πτυχές της λειτουργίας του. Γιατί κάτι τέτοιο τελικά δεν στρέφεται κατά των δικαιοδοτικών δομών, δηλαδή των δικαστηρίων. Στρέφεται κατά της έννοιας της δικαιοσύνης που αποτελεί το ύστατο καταφύγιο των πολιτών και το βασικό μηχανισμό ελέγχου των μορφών εξουσίας (ακόμη και της ίδιας της δικαστικής εξουσίας). Η έλλειψη αξιόπιστου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης, είτε στο πλαίσιο μιας οργανωμένης πολιτείας, είτε στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερου μορφώματος υπερεθνικής συνεργασίας, είτε στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας που στηρίζεται όχι μόνο στην ισχύ και τα συμφέροντα αλλά και σε κοινά αποδεκτούς κανόνες, είναι η προϋπόθεση του απολυταρχισμού και των αυταρχικών καθεστώτων. Και τα καθεστώτα αυτά δεν αποτελούν μόνο πηγές έμπνευσης σατυρικών στοίχων, όπως αυτοί του Γιουβενάλη, αλλά και πηγές συνθηκών δυστυχίας, ανελευθερίας, και απώλειας αγαθών τόσο κρίσιμων που άπτονται όχι μόνο της ανθρώπινης ευημερίας αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης.