Η τραγωδία στην Αμμουδάρα Ηρακλείου, με τον 54χρονο Κώστα Παρασύρη να αφαιρεί τη ζωή του 21χρονου Νικήστρατου τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατο του γιου του σε τροχαίο δυστύχημα, συγκλονίζει την κοινή γνώμη.
Η οργισμένη δήλωση του δράστη «έκανα αυτό που έπρεπε», τη στιγμή της σύλληψής του, φέρνει με τον πιο βίαιο τρόπο στο προσκήνιο το σκοτεινό κίνητρο της αυτοδικίας. Πρόκειται για μια παρόρμηση που, στο όνομα μιας υποκειμενικής απόδοσης δικαιοσύνης, «έχει οπλίσει» επανειλημμένα το χέρι δραστών σε εγκλήματα που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη νομική και κοινωνική ιστορία της χώρας.
Η βεντέτα της Σπάρτης: Παρασκευάς Περκεζές
Το 1983, ένα 14χρονο αγόρι βρέθηκε νεκρό σε ποτάμι στη Λακωνία. Όπως αποδείχτηκε, είχε πέσει θύμα ενός 23χρονου συγχωριανού του, ο οποίος το σκότωσε με τσιμεντόλιθο επειδή αρνήθηκε να ενδώσει σε σεξουαλικές προτάσεις. Ο δράστης ομολόγησε το έγκλημα. Ο πατέρας του θύματος, Παρασκευάς Περκεζές, βυθισμένος στην οδύνη αλλά και υπό την αφόρητη πίεση μιας κλειστής κοινωνίας που απαιτούσε την τήρηση του άγραφου νόμου της εκδίκησης, αποφάσισε να αποδώσει δικαιοσύνη μόνος του.
Επί τέσσερις ημέρες πηγαινοερχόταν στη Χωροφυλακή της Σπάρτης, αναμένοντας πότε θα γίνει η μεταγωγή του κατηγορούμενου. Όταν έμαθε ότι θα τον μεταφέρουν στις φυλακές Τίρυνθας με το λεωφορείο της γραμμής, έστησε καρτέρι. Σε στάση που έκανε το λεωφορείο, ο Περκεζές εισέβαλε ένοπλος αιφνιδιάζοντας τους αστυνομικούς και εκτέλεσε τον δολοφόνο του παιδιού του εν ψυχρώ, παίρνοντας το «αίμα του πίσω» μπροστά στα μάτια των αρχών.
Στη δίκη που ακολούθησε, η ελληνική δικαιοσύνη βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αν και η πράξη ήταν μια προμελετημένη ανθρωποκτονία, το δικαστήριο αναγνώρισε την απόλυτη ψυχική συντριβή του πατέρα και την ηθική αυτουργία του κοινωνικού περιβάλλοντος της Σκάλας Λακωνίας. Επιβλήθηκε στον δράστη ποινή κάθειρξης επτά ετών, μια απόφαση που θεωρήθηκε ότι αναγνώριζε το μέγεθος της αδικίας που είχε υποστεί ο πατέρας πριν μετατραπεί ο ίδιος σε θύτη.
Η εκτέλεση μέσα στο δικαστήριο: Γιάννης Παπαδόσηφος
Η υπόθεση του Γιάννη Παπαδόσηφου αποτελεί την πλέον εμβληματική περίπτωση αυτοδικίας στην Ελλάδα καθώς ο δράστης απέδωσε μέσα στο δικαστήριο… τη δικαιοσύνη που ο ίδιος έκρινε. Το 1983 ο γιος του, Μανώλης, δολοφονήθηκε από τον Γιάννη Βενιεράκη μετά από μια λογομαχία. Ο Παπαδόσηφος δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την απώλεια του παιδιού του, θεωρώντας ότι η δικαιοσύνη καθυστερούσε να τιμωρήσει τον δράστη.
Τον Δεκέμβριο του 1988, κατά τη διάρκεια της δίκης σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο Πειραιά, κατάφερε να περάσει μέσα στη δικαστική αίθουσα ένα περίστροφο, παρακάμπτοντας τους αστυνομικούς ελέγχους. Τη στιγμή που ο Βενιεράκης σηκώθηκε για να απολογηθεί ενώπιον των δικαστών, ο Παπαδόσηφος από το ακροατήριο τον πυροβόλησε εξ επαφής πέντε φορές. Ο θάνατος του Βενιεράκη ήταν ακαριαίος.
Ο Παπαδόσηφος οδηγήθηκε σε δίκη και το δικαστήριο του αναγνώρισε τα ελαφρυντικά της μεγάλης ψυχικής πίεσης και του προτέρου εντίμου βίου. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 14 ετών, όμως παρέμεινε στη φυλακή για 5 χρόνια. Το 1994 αποφυλακίστηκε λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας.
Μετά την αποφυλάκισή του δήλωσε: «Κλαίνε αυτοί το παλικάρι τους, όπως κλαίω κι εγώ το δικό μου. Εγώ δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανέναν, αλλά η δικαιοσύνη με άφησε αβοήθητο. Έκανα το καθήκον μου ως πατέρας».
Αυτοδικία στην Ευελπίδων: Αντωνία Κίτσα
Το νόμο στα χέρια της πήρε μια 37χρονη Ρομά στις 15 Οκτωβρίου 2012 πυροβολώντας και σκοτώνοντας τον δολοφόνο του γιου της μέσα στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων. Το πρωτοφανές φονικό συνέβη λίγο μετά τις 9.30 το πρωί στο γραφείο της ανακρίτριας στον πρώτο όροφο του κτιρίου 9 των δικαστηρίων. Ένας 33χρονος Ρομά και ο 25χρονος αδελφός του είχαν οδηγηθεί στο γραφείο της ανακρίτριας για συμπληρωματική απολογία, κατηγορούμενοι για το φόνο του γιου της Αντωνίας Κίτσα.
Η 37χρονη, μεταμφιεσμένη με ξανθιά περούκα και γυαλιά, ανέβηκε στον πρώτο όροφο του κτιρίου 9, σκότωσε τον κατηγορούμενο ως δολοφόνο του γιου της και τραυμάτισε τον αδελφό του. Οι αστυνομικοί συγκέντρωσαν δεκαπέντε κάλυκες από το σημείο των πυροβολισμών.
Η υπόθεση είχε ξεκινήσει στις 29 Οκτωβρίου του 2011. Τότε ο γιος της Αντωνίας Κίτσα πυροβόλησε και τραυμάτισε τον γιο του θύματος. Το ίδιο βράδυ στον καταυλισμό των Ρομά έγιναν συμπλοκές, κατά τη διάρκεια των οποίων δολοφονήθηκε ο γιος της Αντωνίας Κίτσα. Η δολοφονία αποδόθηκε στους δύο κατηγορούμενους Ρομά, οι οποίοι κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι στις Φυλακές Κορυδαλλού. Όταν μετήχθησαν για συμπληρωματικές απολογίες, η μητέρα του θύματος διέπραξε αυτοδικία.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως και το πρωτόδικο, έκρινε ένοχη την 37χρονη αναγνωρίζοντάς της μειωμένο καταλογισμό και το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, και της επέβαλε, κατά πλειοψηφία, ποινή κάθειρξης 10 ετών. Η κατηγορούμενη, η οποία είχε αφεθεί ελεύθερη μετά τη δίκη σε πρώτο βαθμό, οδηγήθηκε στη φυλακή για να εκτίσει τα 2/5 της ποινής της.
Η δολοφονία στο Στρατοδικείο του Ρουφ: Αθανάσιος Ντρούζος
Την 1η Απριλίου 1993 γράφτηκε μία από τις μαύρες σελίδες στην ιστορία των ελληνικών δικαστηρίων. Η αφετηρία της τραγωδίας ήταν ένα πολύνεκρο τροχαίο δυστύχημα στη Χαλκίδα τον Ιούλιο του 1991, όταν ένας υποσμηναγός οδηγώντας μεθυσμένος παρέσυρε και σκότωσε πέντε νέους, ανάμεσά τους και τον 16χρονο Κωνσταντίνο Ντρούζο.
Η οργή του πατέρα του, Αθανάσιου Ντρούζου, ξεχείλισε όταν ο υπαίτιος καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε ποινή φυλάκισης που εξαγοράστηκε προς 988 δραχμές την ημέρα. Κατά τη διάρκεια της δίκης σε δεύτερο βαθμό στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο στο Ρουφ, ο Ντρούζος έβγαλε πιστόλι από τον χαρτοφύλακά του, ακινητοποίησε τους δύο δικηγόρους υπεράσπισης, τον μάρτυρα υπεράσπισης και τον κατηγορούμενο, και τους υποχρέωσε να δεθούν μεταξύ τους με μονωτική ταινία.
Κατά τη διάρκεια της ομηρίας, φώναζε στους δικαστές και τους δικηγόρους: «Θα σας σκοτώσω όλους! Ζητήστε μου συγγνώμη τώρα! Πείτε ότι ο δολοφόνος είναι ένοχος και τον αφήσατε ελεύθερο για 900 δραχμές!».
Μόλις αντιλήφθηκε την επέμβαση της αστυνομίας, άνοιξε πυρ. Σκότωσε τους δύο δικηγόρους, Χρήστο Μπάκα και Δημοσθένη Αβράμη, και τραυμάτισε τρεις στρατοδίκες πάνω στην έδρα. Μόλις είδε ότι δεν υπήρχε διαφυγή, έστρεψε το όπλο στον εαυτό του και αυτοκτόνησε μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Όσο για την εξέλιξη της υπόθεσης, ο υποσμηναγός εξαγόρασε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ποινή του και αφέθηκε ελεύθερος. Αργότερα έγιναν αγωγές για χρηματική αποζημίωση, που έγιναν δεκτές, αν και το ποσό που επιδικάστηκε ήταν αδύνατον να πληρωθεί. Τελικά, η χρηματική ποινή μετατράπηκε σε προσωποκράτηση στη μονάδα του στο Τατόι. Υπήρξαν επίσης αγωγές κατά του Δημοσίου για ελλιπή φύλαξη των δικαστηρίων, από τις οποίες επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στα οικεία πρόσωπα των δύο δολοφονημένων δικηγόρων.
Η άμυνα της Παιανίας: Ο 24χρονος φοιτητής
Τον Ιούλιο του 2012, μια υπόθεση εισβολής σε κατοικία στην Παιανία δίχασε την κοινή γνώμη για τα όρια μεταξύ νόμιμης άμυνας και αυτοδικίας. Δύο ληστές εισέβαλαν στην οικία μιας οικογένειας τα ξημερώματα, ακινητοποίησαν τη μητέρα και την απειλούσαν.
Ο 24χρονος φοιτητής Κτηνιατρικής, ακούγοντας τις φωνές της μητέρας του, πήρε την κυνηγετική καραμπίνα του πατέρα του. Σύμφωνα με την απολογία του, οι δράστες τράπηκαν σε φυγή αλλά λίγο αργότερα άκουσαν πυροβολισμούς και μια γειτόνισσα να καλεί σε βοήθεια. Βγαίνοντας στον δρόμο με τον αδερφό του, είδε δύο άτομα να τρέχουν και τα ακολούθησε, αλλά σκόνταψε και, όπως ισχυρίστηκε, το όπλο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο ένας.
Ο νεαρός μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Τότε μέσω Facebook απηύθυνε έκκληση σε όλους να αντιληφθούν ότι η αυτοδικία δεν είναι λύση. “Σας το λέω ειλικρινά, αφήστε κλειδωμένα τα όπλα. Το βάρος είναι τεράστιο και οι τύψεις πολλές!!!”, έγραψε.
Γιάννης Μπαρκαγιάννης: Το Κράτος Δικαίου δεν αναγνωρίζει στον πολίτη τον ρόλο του «δικαστή» ή του «εκτελεστή»
Σχολιάζοντας το νομικό υπόβαθρο αυτών των υποθέσεων, ο δικηγόρος Γιάννης Μπαρκαγιάννης αποσαφηνίζει ότι το έγκλημα της αυτοδικίας, σύμφωνα με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, στοιχειοθετείται όταν κάποιος ενεργεί αυθαίρετα και παρακάμπτει τη νόμιμη δικαστική οδό για να ασκήσει μια αξίωση για δικαίωμα που είτε έχει πραγματικά είτε θεωρεί ακράδαντα ότι του ανήκει.
Όπως επισημαίνει, «η αυτοδικία παραμένει αξιόποινη πράξη διότι προσβάλλει την αποκλειστική δικαιοδοσία της Πολιτείας να απονέμει δικαιοσύνη. Η αυθαίρετη ικανοποίηση μιας αξίωσης επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση από τον νόμο μόνο στην οριακή περίπτωση όπου η κρατική βοήθεια είναι αδύνατον να φτάσει έγκαιρα και οποιαδήποτε αναβολή θα καθιστούσε αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη την πραγμάτωση του δικαιώματος».
«Σε κάθε άλλη περίπτωση, το Κράτος Δικαίου δεν αναγνωρίζει στον πολίτη τον ρόλο του “δικαστή” ή του “εκτελεστή”. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική Δικαιοσύνη συχνά συνεκτιμά τη συναισθηματική φόρτιση και την ψυχική συντριβή των δραστών, οδηγούμενη σε μειωμένες ποινές, το μήνυμα παραμένει αυστηρό: η προσωπική αντεκδίκηση δεν αποτελεί δικαίωση, αλλά μια πράξη που κλονίζει την κοινωνική ειρήνη και απλώς προσθέτει νέα κεφάλαια σε μια αλυσίδα αίματος».
(Πηγή: dikastiko.gr)