[αφιερωμένο στο φίλο Αντώνη Ρουπακιώτη]

Τα θρύψαλα της πρύμνης μας
βογκούν στις συμπληγάδες
Τα τρίσβαθα της μνήμης μας
λεηλατούν οι αγάδες

Γ.Χ. Θεοχάρης, Επίγραμμα

Advertisement
Advertisement

Έχουν γραφτεί πολλά κι ενδιαφέροντα βιβλία για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη συνείδηση του δικαστή κατά την απονομή του Δικαίου.

Όμως το πόνημα του Αντώνη Ρουπακιώτη «Ανατομία της δικαστικής εξουσίας» [Θεμέλιο, 2026] συνιστά μία τομή στην προσέγγιση των θιγόμενων ζητημάτων [ιστορικών, θεσμικών, πολιτικών, ποινικών κλπ], ώστε κρίνεται απολύτως απαραίτητη η διδασκαλία του στις Νομικές σχολές, στη σχολή δικαστών, στη σχολή δημόσιας διοίκησης και όπου αλλού διαμορφώνονται στάσεις και συμπεριφορές που σχετίζονται με το Κράτος δικαίου και το δημόσιο συμφέρον.

Μολονότι το συγκεκριμένο θεσμικό περιεχόμενο του όρου «εκδημοκρατισμός του δικαστικού συστήματος» [σελ. 20, 109] παραμένει το μέγα ζητούμενο, με αρκετές ασαφείς [ίσως κι επικίνδυνες στην εφαρμογή του] πτυχές, και μολονότι τα όρια της εσωτερικής ελευθερίας [συνείδηση; πεποίθηση; ψυχαναγκασμός;] του δικαστή δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα [σ. 153 επ.], οι αναλύσεις του Αντώνη Ρουπακιώτη έχουν τέτοιο ιστορικό, φιλοσοφικό, ηθικό βάθος που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στον αναγνώστη για ν’ αμφισβητήσει τις πηγές, αλλά και για να μην αναστοχαστεί αρχές, αξίες και κακές πρακτικές αιώνων [και βέβαια του παρόντος].

Οι μύθοι και το γόητρο της δικαστικής εξουσίας, που δεν προκύπτουν από τη μαγεία [σ. 177] ή από θεϊκή επιφοίτηση [σ. 248] ή από ένα φαντασιακό δέον [σ. 253], καταπίπτουν όταν οι εφαρμοστές του νόμου δεν ασκούν ορθά κι ανεπηρέαστα τον δικαιοπαραγωγικό [ίσως και θεσμοδιαπαιδαγωγικό] τους ρόλο, πέραν των όποιων προσωπικών, ιδεολογικών, πολιτικών ή θρησκευτικών τους απόψεων.

Είναι όμως πάντοτε οι αποφάσεις των δικαστών, ακόμα και οι πλέον δίκαιες, αποδεκτές από την κοινωνία;

Η Δικαιοσύνη από τα πάνω, όπως εξαιρετικά την περι-γράφει και την κρίνει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, πόσο αξιόπιστα εισπράττεται από τα κάτω, δηλαδή από τους πολίτες;

Advertisement

Το έχω υπογραμμίσει και στο παρελθόν.

Η Δικαιοσύνη, η οποία καλείται να χειριστεί τις νομοθετικές προβλέψεις και ειδικότερα τις παρανομίες, οφείλει να κρατάει αποστάσεις από την πολιτική, αλλά έχει ως προ’υ’πόθεση ευρυθμίας ότι μία κοινωνία έχει αποφασίσει να ζει σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Η Δικαιοσύνη οφείλει να ελέγχει την παρανομία και τον παράνομο, αλλά και τους επίορκους αξιωματούχους, χωρίς να συν-εκτιμάει κρατικές παρεμβάσεις.

Ο δικαστής είναι «δέσμιος» της νομοθεσίας, αλλά κι εκφραστής του πολιτισμού μίας χώρας, χωρίς όμως να αισθάνεται υποχρεωμένος ν’ αποδίδει «το δίκιο του… τάδε ή του δείνα», έξω και πέρα από τις νομοθετικές πρόνοιες.

Advertisement

Δεν θ’ ασχοληθώ με τις δυσλειτουργίες της ελληνικής δικαιοσύνης ή τις αμαρτίες στην απονομή της, ούτε θ’ αναφερθώ στις αποκλίσεις ή τις ακραίες ερμηνείες [ακόμα κι από έγκριτους καθηγητές δικαίου] των νόμων. Θα περιοριστώ απλώς στην παράθεση της αντίληψης ορισμένων που εκφράζεται με το τετράγωνο «άδικη κοινωνία – άδικος νόμος – άδικος δικαστής – άδικο έγκλημα», αλλά όχι άδικος παραβάτης του νόμου. Θεωρούν δηλαδή ύποπτους για συναλλαγή με την εξουσία αρκετούς δικαστικούς και δυνάμει αθώους όλους τους παραβάτες του νόμου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πολλοί θαυμάζουν ή και προστατεύουν τους δράστες κατάφωρα παράνομων πράξεων επειδή βλάπτουν την κυρίαρχη τάξη [sic] και κατηγορούν τους δικαστές που εφαρμόζουν το νόμο. Βέβαια ισχύει και το αντίστροφο. Όταν δηλαδή ο δικαστής απαλλάσσει κάποιον «ημέτερο», τότε χειροκροτούν την ελεύθερη κι ακριβοδίκαιη κρίση του.

Έτσι όμως καθιστούν τον δικαστή «όμηρο της συγκυρίας ή της ιδεολογίας», ενώ [υποτίθεται ότι] κόπτονται για την ανεξαρτησία του. Άρα γι’ αυτούς το σπαθί της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να πίπτει επί [δικών μας] αδίκων, αλλά και επί δικαίων, αρκεί αυτοί να είναι «οι άλλοι».

Advertisement

Προσοχή όμως… η απονομή της Δικαιοσύνης, ως ασπίδα κι ελπίδα του κάθε πολίτη [αθώου ή ένοχου], δεν είναι θέμα «φόρας» της πολιτικής, αλλά ηθικής συνειδησιακής ανηφόρας του δικαστή που δεν επηρεάζεται από τις κραυγές του πλήθους και τις σειρήνες της εξουσίας.

«Δικαιοσύνη παντού» [και πάντοτε;] σημαίνει σεβασμό στο θεσμό [όχι με το κομμάτι] και εμπιστοσύνη στους δικαστές [όχι μόνο στους ευχάριστους]. Αν για τους επίορκους προβλέπεται διαδικασία ελέγχου, για τους «κατευθυνόμενους», τους εξαγοραζόμενους με [μελλοντικά] αξιώματα ή τους εκφοβιζόμενους, ποιός θα προτείνει αποδοκιμασία; ή μήπως τους εργαλειοποιούν όταν και όσο τους συμφέρει και μετά τους αφήνουν στη χλεύη της κοινωνίας ή στη βορά των αντιπάλων;

Αν η Δικαιοσύνη συνιστά αρετή του Πολιτεύματος, κοινωνικό θεμέλιο που δεν επιδέχεται πολιτικής/κομματικής εργαλειοποίησης, τότε Δίκαιο – Νόμος και Δικαστές πρέπει να συνοδοιπορούν.
Η αδέκαστη, ισότιμη, ακριβοδίκαιη, ανιδιοτελής και βέβαια νόμιμη απονομή της Δικαιοσύνης από τους δικαστές συνιστά conditio sine qua non για την κοινωνική ειρήνη και την εμπέδωση αισθήματος εμπιστοσύνης των πολιτών στην ισοπολιτεία.

Advertisement

Στις ώριμες Δημοκρατίες και στα σύγχρονα κράτη δικαίου διαπιστώνονται όμως τα εξής φαινόμενα, που ενδεχομένως επηρεάζουν [αν δεν καθοδηγούν], την κρίση των δικαστών:

Advertisement

1. υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση επί της αρχής και επί των αρχών του Κοινωνικού Συμβολαίου, με συνέπεια το Δίκαιο και το Άδικο να σχετικοποιούνται στη συνείδηση πολλών, οι οποίοι ζουν και δρουν εκτός θεσμικού πλαισίου, με συνείδηση «προσωπικού δικαίου» [sic].

2. στις αποδιοργανωμένες κοινωνίες ή σε κοινωνίες σε κρίση, η έννοια του «γενικού συμφέροντος» δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Η Κοινωνία ως Όλον δεν έχει ηθικοαξιακό αντίκρυσμα, αφού κάθε κοινωνική ομάδα έχει αναπτύξει δικούς της κώδικες.

3. η [όποια] σκοπιμότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία [«ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»] από την τήρηση της νομιμότητας, με τη διαφθορά να συνιστά βασικό όρο συμβίωσης, επιβίωσης κι εξουσίασης.

Advertisement

4. ο ατομικός ευδαιμονισμός και ο άκρατος δικαιωματισμός υπερβαίνουν όχι μόνον τη δεοντολογία ή τον ωφελιμισμό, αλλά και τον ορθολογισμό.

5. οι νέες τεχνολογίες [Τεχνητή Νοημοσύνη] προσφέρουν καινούργια μέσα αμερόληπτης κρίσης [από αντικειμενική μηχανή κι όχι από επηρεαζόμενα υποκείμενα].

Συνεπώς, ακόμα κι αν ένας καλός νόμος επιτάσσει, ακόμα κι αν η ευαίσθητη κοινή γνώμη συνταράσσει, ακόμα κι αν η δίκοπη πολιτική εξουσία διατάσσει, ο δικαστής οφείλει να προτάσσει τη νομιμότητα, χωρίς αστερίσκους ή υπεκφυγές.

Πώς όμως θα επιτελέσει την αποστολή του σ’ ένα γενικευμένο κλίμα ανομίας κι αυθαιρεσίας, όπου ΟΛΟΙ ισχυρίζονται ότι «έχουν δίκιο», αδιαφορώντας για το τί γράφει το Δίκαιο
Αυτά επί της αρχής, διότι επί της ουσίας «τα πάντα επαφίενται στον πατριωτισμό αρχόντων κι αρχόμενων».

ΥΓ. Πρόβλημα δεν τίθεται, φίλε Αντώνη, μόνον όταν προοδευτικοί δικαστές αντιδρούν στις εντολές συντηρητικών κυβερνήσεων, αλλά και όταν αντιδραστικοί δικαστές αντιδρούν στις κατευθύνσεις προοδευτικών κυβερνήσεων.

ΥΓ2. Η Πατρίδα έχει σήμερα ανάγκη από έντιμους ανθρώπους, έμπειρους νομικούς, συνεπείς διανοούμενους, όπως είναι ο Αντώνης Ρουπακιώτης.