Το ζητούμενο δεν είναι τόσο η θέσπιση των νόμων, αλλά η εφαρμογή τους, η οποία εξαρτάται από τα άτομα, κυρίως όμως από τους μηχανισμούς ελέγχου και την επιβολή κάθε είδους κυρώσεων. Τέτοιες κυρώσεις είναι, στον δημόσιο τομέα, μεταξύ άλλων, η μη επιλογή για την κατάληψη θέσης ευθύνης ή η μη προαγωγή σε ανώτερη θέση, η οποία έχει μισθολογικές συνέπειες. Η σχετική απόφαση μπορεί μεν να ακυρωθεί δικαστικά, αλλά, λόγω της βραδείας απονομής της Δικαιοσύνης, η ακύρωσή της έχει μόνο αποζημιωτικές ή συνταξιοδοτικές συνέπειες.
Σε όλους τους κλάδους της Δικαιοσύνης υπάρχει συνταγματικά προβλεπόμενη, υπό μορφή πυραμίδας, ιεραρχία και διαδικασία προαγωγών στον επόμενο βαθμό. Οι προαγωγές πραγματοποιούνται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται κατόπιν κληρώσεως από δικαστές των αντίστοιχων ανώτατων δικαστηρίων και είναι ενδεκαμελές για την προαγωγή μέχρι τον βαθμό του εφέτη και δεκαπενταμελές για τον βαθμό του προέδρου εφετών και άνω.
Οι προαγωγές στις θέσεις ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων γίνονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά των αποφάσεων του ΑΔΣ προβλέπεται προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου από τον μη προαχθέντα, εφόσον είχε λάβει τουλάχιστον δύο ή τρεις ψήφους, αντίστοιχα, κατά τα παραπάνω. Η προϋπόθεση αυτή θεσπίστηκε για πρώτη φορά με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022).
Στις πρόσφατες προαγωγές δικαστών της Τακτικής Δικαιοσύνης δεν προήχθησαν 35 δικαστές λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας. Οι δικαστές αυτοί δεν έχουν δικαίωμα προσφυγής στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επειδή δεν έλαβαν τον απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό ψήφων.
Δεκατρείς, όμως, πρόεδροι εφετών, οι οποίοι παραλείφθηκαν να προαχθούν στον βαθμό του αρεοπαγίτη, προσέφυγαν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ζήτησαν να κριθούν εκ νέου για προαγωγή, υποστηρίζοντας ότι η διάταξη που δεν τους έδινε δικαίωμα προσφυγής ήταν αντισυνταγματική.
Κατόπιν της παραπάνω απόφασης του ΑΔΣ, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία, υπερασπιζόμενη τους παραλειφθέντες δικαστές, θεώρησε την παραπάνω διάταξη αντισυνταγματική. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ανακοίνωση αυτή, 23 μέλη του Αρείου Πάγου, μεταξύ των οποίων και η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, παραιτήθηκαν από την ΕΔΕ.
Σαφώς, η πράξη αυτή των ανώτατων δικαστών σηματοδοτεί μια αλλαγή στη νοοτροπία, ελπίζω της μεγάλης πλειοψηφίας των δικαστών: ότι οι δικαστές επιτελούν λειτούργημα προσφοράς στην κοινωνία και προάσπισης του δημόσιου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, συνιστά καταδίκη της νοοτροπίας ορισμένων δικαστών, οι οποίοι ενδιαφέρονται περισσότερο για το ίδιον και όχι για το δημόσιο συμφέρον, το οποίο είναι η ταχεία και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης και εξαρτάται από τους ίδιους τους δικαστές.
Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας υφίστανται οι διάδικοι, με τις αλλεπάλληλες αναβολές ποινικών δικών και τη βραδεία συζήτηση πολιτικών υποθέσεων, ακόμη και για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Σαφώς, οι δικαστές, ως προς τη χορήγηση αναβολών, δεσμεύονται από τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ, το οποίο επιτρέπει, λόγω κωλύματος δικηγόρου, τις απεριόριστες αναβολές της δίκης και, τελικά, την παραγραφή του αδικήματος. Αυτό οφείλεται στην αδόκιμη τροποποίηση του άρθρου αυτού από τον προηγούμενο Υπουργό Δικαιοσύνης, χωρίς να ερωτηθεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αλλά με τη συναίνεση της ΕΔΕ, η οποία επίσης δεν συμφωνεί με την επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των ποινικών δικαστηρίων.
Διαβλέπω, κατόπιν της παραπάνω απόφασης του ΑΔΣ και των πρόσφατων αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την απόλυση άνω των 20 τακτικών δικαστών λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, μια ελπιδοφόρα αλλαγή στη Δικαιοσύνη. Μια αλλαγή που θα οδηγήσει στην ταχύτερη και πιο αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης, απαιτεί όμως αλλαγή της νοοτροπίας ορισμένων δικαστών, συνεχή προσπάθεια, δίκαιη αξιολόγηση των δικαστών, σωστή νομοθέτηση και όχι πολιτικές παρεμβάσεις.
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.