Οι οικονομικές εξελίξεις παγκοσμίως και εγχωρίως βαίνουν ραγδαίως επιδεινούμενες, προοιωνιζόμενες, σε πρώτο χρόνο, έναν επώδυνο χειμώνα για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, δοκιμάζοντας τις αντοχές της κοινωνίας.
Βασική αιτία της κλιμακούμενης δυσπραγίας είναι φυσικά το ζήτημα της όλο και ακριβότερης ενέργειας, το αυξανόμενο κόστος της οποίας μετακυλίεται στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών και τελικά στις τιμές και στο βαλάντιο του καταναλωτή. Με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και την ποιότητα ζωής των καταναλωτών.
Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με την παραγωγή και τη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Έτσι θα διαπιστωθεί, εάν και κατά πόσο υπάρχουν περιθώρια μείωσης της τιμής του και ποιά θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική και ορθολογική τιμολόγηση αυτού του τεράστιας σημασίας ενεργειακού αγαθού.
Η χώρα μας βρίσκεται εν μέσω μιας διαδικασίας μετάβασης από τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος (εκμετάλλευση λιγνίτη, υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων κ.λπ) στην πράσινη και καθαρή παραγωγή και διανομή του, βασισμένη κυρίως στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ).
Μέχρις εδώ όλα καλά και θεμιτά!
Ας δούμε όμως πιο προσεκτικά τις διαδικασίες, τις ρυθμίσεις και τις πρακτικές που εφαρμόζονται, προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα της φθηνής, καθαρής και προπαντός επαρκούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, οι εφαρμοζόμενες πρακτικές είναι ολέθριες για τους πάσης φύσεως καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος στην χώρα μας.
Για τους εξής λόγους:
Πρώτον: Η απαράδεκτη μέθοδος τιμολόγησης του ηλεκτρικού ρεύματος, σε βάρος των καταναλωτών.
Αυτή συνίσταται στην κακοποίηση της έννοιας του μηχανισμού οριακού κόστους (marginal cost pricing).
Αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με επίσημες μετρήσεις, παρόλο που για την παραγωγή 50 περίπου Twh (τεραβατώρες), που καταναλώνονται στην Ελλάδα ετησίως, από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, το 60% από αυτές παράγονται, κατά μέσο όρο, από ΑΠΕ (Φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κ.α), με μηδενικό λειτουργικό κόστος και μόνο το 40% με τη χρήση φυσικού αερίου, ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ!
Το 100% του ηλεκτρικού ρεύματος που καταναλώνεται, τιμολογείται εξ΄ολοκλήρου με την τιμή του φυσικού αερίου, η οποία διαμορφώνεται χρηματιστηριακά (TTF) και η τιμή του κυριολεκτικά εκτοξεύεται στα ουράνια (χονδρεμπορική τιμή: 2019 στα 14 ευρώ/Mwh και στις 5-10-26 ανήλθε στα 73 ευρώ/Mwh), με προοπτικές ακόμη δυσμενέστερες, για όσο διαρκούν και εντείνονται οι κρίσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτόξευση των τιμών του φυσικού αερίου άρχισε πολύ πριν τις ανωτέρω κρίσεις, αφού από 14 ευρώ/Mwh το 2019 ανήλθε σε 47,83 ευρώ/Mwh τo 2021.
Όπως ο καθένας αντιλαμβάνεται, το αποτέλεσμα αυτού του τρόπου τιμολόγησης είναι καταστροφικό για την οικονομία και άκρως επικερδές για τους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος και ιδιαιτέρως για εκείνους που κατέχουν μονάδες ΑΠΕ και παράλληλα συμμετέχουν στο ιδιαιτέρως ρηχό Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας, ως προμηθευτές φυσικού αερίου.
Τη στιγμή που γράφεται το παρόν άρθρο (5-10-26) η χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος ανέρχεται στα 150 ευρώ/Mwh ήτοι 240% ακριβότερη σε σχέση με αυτή του 2019 (64 ευρώ/Mwh).
Τι άλλαξε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα;
Ασφαλώς δεν άλλαξε η τιμή του ηλιακού φωτός ή η τιμή των ανέμων…
Το μόνο που ακριβαίνει είναι η τιμή του φυσικού αερίου και το μόνο που βλάπτει είναι η εφαρμοζόμενη μέθοδος τιμολόγησης του ηλεκτρικού ρεύματος, σύμφωνα με την οποία, η αλματωδώς αυξανόμενη τιμή του φυσικού αερίου καθορίζει εξ’ολοκλήρου την τιμή της μεγαβατώρας (Mwh), παρόλο που αυτό συμμετέχει για την παραγωγή της το πολύ κατά 40% κατά μέσο όρο ετησίως, ενώ κατά τους θερινούς μήνες η συμμετοχή του φθίνει στο 8%-10%.
Αντί λοιπόν ο καταναλωτής, στο πλαίσιο ενός λογαριασμού που ενσωματώνει ένα λογικό κέρδος για τους παρόχους, να πληρώνει μόνο το μερίδιο φυσικού αερίου, που απαιτείται για την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος που ο ίδιος καταναλώνει, καλείται να πληρώσει το σύνολο της κατανάλωσής του, ωσάν αυτή να παράγεται αποκλειστικά και μόνο από το πανάκριβο φυσικό αέριο, ενώ στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο ποσοστό του καταναλωνόμενου ηλεκτρικού ρεύματος (από 60% έως και 90% του συνόλου) παράγεται από ΑΠΕ με σχεδόν ΜΗΔΕΝΙΚΟ λειτουργικό κόστος.
Δεύτερο: Ανορθολογική ανάπτυξη του δικτύου των ΑΠΕ.
Από το σημερινό δίκτυο ΑΠΕ, εγκατεστημένης ισχύος ύψους 21GW, στη χώρα μας, δύνανται να παράγονται από 40 έως 45 Twh ανά έτος, καλύπτοντας το 90% περίπου της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος που κυμαίνεται περίπου 50 Twh.
Όμως, εξαιτίας της έλλειψης συσσωρευτών και αντλησιοταμιευτήρων (αποθηκεύουμε μόνο το 2% του παραγομένου ρεύματος), το σύστημα αναγκάζεται να απορρίψει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος, έως και 3,5 Twh και να υποχρεωνόμαστε να εισάγουμε ρεύμα από τη Βουλγαρία, που διαθέτει πολύ μεγαλύτερες αποθηκευτικές δυνατότητες και να καταφεύγουμε, κυρίως τις βραδυνές ώρες, στο φυσικό αέριο που καθιστά την τιμή του ρεύματος απαγορευτική.
Μέχρι σήμερα έχουν λάβει όρους σύνδεσης επιπλέον μονάδες ΑΠΕ εγκατεστημένης ισχύος ύψους 13Gw,αυτό σημαίνει, ότι λίαν συντόμως θα υπερκαλύψουμε το στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 (28,2 Gw) και θα είμαστε θέση να καταστούμε εξαγωγείς.
Με μία προϋπόθεση:
Να δημιουργηθούν τάχιστα εγκαταστάσεις αποθήκευσης ρεύματος, προκειμένου να πάψουμε να εισάγουμε, αλλά και να καταφεύγουμε στη συμπληρωματική χρήση φυσικού αερίου, που η ανορθολογική τιμολόγηση του μπορεί κάποιους τους κάνει πλουσιότερους, αποσαθρώνοντας όμως την οικονομία και την ποιότητα ζωής των νοικοκυριών.
Τρίτον: Αν λάβουμε υπ’όψιν:
- Ότι οι υποδομές των παρόχων χρηματοδοτήθηκαν και χρηματοδοτούνται από τους φορολογούμενους πολίτες, κυρίως μέσω των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος με χρεώσεις υπέρ του ΑΔΜΗΕ, του ΔΕΔΔΗΕ, του ΕΤΜΕΑΡ και με εθνικούς πόρους εντός του χρηματοδοτικού πλαισίου του Clean Industrial Deal State Aid Framework (CISAF) και του Middle East Crisis State Aid Framework (METSAF).
- Ότι η φύση του ηλεκτρικού ρεύματος, ως αγαθό, είναι εθνικής σημασίας, εφόσον επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας και ότι το νέο μοντέλο παραγωγής του ουσιαστικά συγχρηματοδοτείται από του φορολογούμενους πολίτες.
Τότε καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα, ότι η τιμολόγηση του και η διαχείρισή του θα πρέπει να λαμβάνει υπ΄όψιν, σε πρώτο χρόνο, τις ανάγκες των πολιτών και της εύρυθμης λειτουργίας της οικονομίας, προκειμένου να καταλήξουμε ομαλά στην πολυπόθητη πράσινη παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος, εν΄όψει, μάλιστα, της εντεινόμενης αβεβαιότητας που πλήττει παγκοσμίως την Κοινωνία και την Οικονομία.
Συνελόντι ειπείν: Αμεση κατάργηση της τιμολόγησης οριακού κόστους (Marginal Cost Pricing) και επιτάχυνση της εξασφάλισης επαρκούς αποθήκευσης του παραγόμενου ηλεκτρικού ρεύματος.