Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για την ακρίβεια στην Ελλάδα, ψάχνουμε τον ένοχο στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Συγκρίνουμε τιμές, μιλάμε για ΦΠΑ, ελέγχους, πρόστιμα, προσφορές και «καλάθια». Αναρωτιόμαστε γιατί ένα προϊόν κοστίζει σήμερα περισσότερο από χθες και περιμένουμε την επόμενη παρέμβαση που θα δώσει μια μικρή ανάσα στα νοικοκυριά.

Όλα αυτά έχουν σημασία. Αλλά ίσως κοιτάζουμε μόνο τη μισή εικόνα.

Advertisement
Advertisement

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικογένειας δεν είναι μόνο ότι πληρώνει ακριβά. Είναι ότι εξακολουθεί να αμείβεται φθηνά.

Η Ελλάδα λειτουργεί μέσα σε μια ενιαία ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά. Οι επιχειρήσεις αγοράζουν πρώτες ύλες διεθνώς, η ενέργεια επηρεάζεται από τις διεθνείς αγορές, τα εισαγόμενα προϊόντα δεν προσαρμόζουν την τιμή τους στον ελληνικό μισθό και η στέγαση απορροφά πλέον σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Οι τιμές, με άλλα λόγια, έχουν διεθνοποιηθεί πολύ περισσότερο από τα εισοδήματά μας.

Και εδώ οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, προσαρμοσμένο στις διαφορές των τιμών μεταξύ των χωρών, βρισκόταν το 2025 μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2024, ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν περίπου 18.000 ευρώ, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Advertisement

Την ίδια χρονιά, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο περίπου 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 19%.

Αυτή είναι ίσως η ελληνική αντίφαση σε τρεις αριθμούς:

68%. 18.000 ευρώ. 36%.

Advertisement

Γι’ αυτό και η συζήτηση για την ακρίβεια δεν μπορεί να εξαντλείται στις τιμές.

Δεν μπορούμε να επιδοτούμε επ’ άπειρον μια κοινωνία για να αντέχει το κόστος ζωής. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια οικονομία στην οποία οι πολίτες μπορούν πραγματικά να το αντιμετωπίσουν.

Τα επιδόματα είναι απαραίτητα όταν μια κοινωνική ομάδα χρειάζεται άμεση προστασία. Οι έλεγχοι είναι αναγκαίοι όταν υπάρχουν στρεβλώσεις ή καταχρηστικές πρακτικές. Και η φορολογική πολιτική μπορεί να προσφέρει ουσιαστικές ανάσες.

Advertisement

Αλλά αν κάθε φορά που αυξάνεται το κόστος ζωής η απάντηση είναι ένα ακόμη επίδομα, τότε δεν λύνουμε το πρόβλημα. Χρηματοδοτούμε προσωρινά την αντοχή μας απέναντί του.

Χρειάζονται, λοιπόν, πιο συγκεκριμένες επιλογές.

Πρώτον, η εργασία πρέπει να επιβαρύνεται λιγότερο, ιδιαίτερα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Στόχος πρέπει να είναι κάθε πρόσθετο ευρώ που επενδύει μια επιχείρηση στον εργαζόμενό της να μεταφράζεται όσο γίνεται περισσότερο σε πραγματικό καθαρό εισόδημα.

Advertisement

Δεύτερον, στο στεγαστικό πρέπει να αντιμετωπίσουμε και την προσφορά. Η επιδότηση του ενοικιαστή μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά χωρίς περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα. Τα υφιστάμενα κίνητρα για την επιστροφή κλειστών ακινήτων στη μακροχρόνια μίσθωση πρέπει να αξιολογούνται με ένα απλό κριτήριο: πόσα σπίτια επέστρεψαν πραγματικά στην αγορά; Ό,τι λειτουργεί πρέπει να διευρύνεται. Ό,τι δεν λειτουργεί πρέπει να αλλάζει.

Advertisement

Τρίτον, τα δημόσια κίνητρα προς την επιχειρηματικότητα πρέπει να συνδέονται περισσότερο με το αποτέλεσμα που θέλουμε ως οικονομία: μεγαλύτερη παραγωγικότητα, περισσότερες εξαγωγές, τεχνολογική αναβάθμιση και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Δεν αρκεί να μετράμε πόσα χρήματα επενδύθηκαν. Πρέπει να μετράμε και τι είδους οικονομία δημιούργησαν.

Η αύξηση των μισθών είναι αναγκαία. Για να μετατραπεί, όμως, σε πραγματική και διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, πρέπει να συνοδεύεται από αύξηση της παραγωγικότητας και της προστιθέμενης αξίας που παράγει η χώρα.

Αυτό είναι ίσως και το δυσκολότερο στοίχημα: να παράγουμε περισσότερο πλούτο και ταυτόχρονα να εξασφαλίζουμε ότι μεγαλύτερο μέρος του φτάνει στην πραγματική οικονομία και στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Advertisement

Γιατί ο εργαζόμενος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως κόστος που πρέπει διαρκώς να συμπιέζεται. Είναι ανθρώπινο κεφάλαιο στο οποίο μια σύγχρονη οικονομία οφείλει να επενδύει.

Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε την ακρίβεια ως αναπόφευκτη. Ο ανταγωνισμός πρέπει να λειτουργεί, η εποπτεία της αγοράς να είναι αποτελεσματική και οι στρεβλώσεις να αντιμετωπίζονται.

Αλλά όσο η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο πόσο κόστιζε ένα προϊόν χθες και πόσο κοστίζει σήμερα, θα συνεχίζουμε να συζητάμε περισσότερο το σύμπτωμα και λιγότερο το βαθύτερο πρόβλημα.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί ένα καλάθι προϊόντων κοστίζει τόσο.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι γιατί, σε μια ευρωπαϊκή Ελλάδα του 2026, τόσο πολλοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να μετρούν κάθε ευρώ για να μπορέσουν να το αγοράσουν.

Ίσως, λοιπόν, η μεγάλη οικονομική μάχη της επόμενης δεκαετίας να μην είναι απλώς να κάνουμε την Ελλάδα λίγο φθηνότερη.

Είναι να κάνουμε την εργασία στην Ελλάδα πιο πολύτιμη.

Με καλύτερες αμοιβές. Με μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Με περισσότερες ευκαιρίες. Με επιχειρήσεις που μπορούν να ανταγωνιστούν διεθνώς. Και με μια οικονομία που μετατρέπει την ανάπτυξη σε πραγματική βελτίωση της ζωής περισσότερων ανθρώπων.

Γιατί μια ισχυρή οικονομία δεν είναι εκείνη στην οποία οι πολίτες μαθαίνουν συνεχώς να ζουν με λιγότερα.

Είναι εκείνη στην οποία μπορούν να δημιουργούν περισσότερα, να αμείβονται καλύτερα και να ζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια και αξιοπρέπεια.

Ενδεικτικές πηγές στοιχείων

• Eurostat — GDP per capita in purchasing power standards (2025).

• Eurostat — Average annual full-time adjusted salary per employee (2024).

• Eurostat — Housing in Europe, housing-cost indicators (2024).