Η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό πρόβλημα. Είναι και το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Και όταν παρά τις διακηρύξεις για ανάπτυξη και πρόοδο οι πολίτες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η 17η Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας, μπορεί να πέρασε, ωστόσο, σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών αντιδράσεων και διαδηλώσεων ανά την Ευρώπη η συζήτηση για τη φτώχεια δεν μπορεί να εξαντλείται σε εθιμοτυπικές δηλώσεις κοινωνικής ευαισθησίας.
Προσφέρεται για πολιτικό απολογισμό. Για να εξετάσουμε τι άλλαξε, τι απέτυχε και κυρίως ποιοι πληρώνουν το τίμημα των πολιτικών αποφάσεων.
Στην Ελλάδα, η ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος, οι χαμηλοί μισθοί σε σχέση με τις ανάγκες διαβίωσης και η ανασφάλεια μεγάλου μέρους των νοικοκυριών θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα.
Ποιο είναι τελικά το περιεχόμενο της οικονομικής ανάπτυξης, όταν ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αγωνίζεται για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες;
Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αξιολογούνται μόνο από τους ρυθμούς ανάπτυξης, τα δημοσιονομικά αποτελέσματα ή τις επενδύσεις που ανακοινώνουν.
Οφείλουν να κρίνονται και από το αν βελτιώνεται η καθημερινότητα των πολιτών, αν ενισχύεται η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, αν προστατεύονται οι συνταξιούχοι και αν οι νέοι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν πραγματικές προοπτικές ανεξάρτητης ζωής.
Η φτώχεια έχει πολιτικές αιτίες και πολιτικές συνέπειες.
Οι μισθοί, η φορολογία, οι εργασιακές σχέσεις, η κοινωνική προστασία και η στεγαστική πολιτική δεν είναι ουδέτερα ζητήματα. Αποτελούν επιλογές που καθορίζουν ποιοι επωφελούνται από την οικονομική δραστηριότητα και ποιοι μένουν εκτεθειμένοι στις πιέσεις της αγοράς.
Όταν το εισόδημα δεν ακολουθεί το κόστος ζωής, όταν η κατοικία μετατρέπεται σε δυσβάσταχτο βάρος και όταν η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα του καθενός, η κοινωνική ανισότητα παύει να είναι μια αφηρημένη έννοια. Γίνεται καθημερινή πραγματικότητα.
Η πολιτική ευθύνη βρίσκεται στις προτεραιότητες που επιλέγονται, στους πόρους που διατίθενται και στις κοινωνικές ανάγκες που αντιμετωπίζονται ως επείγουσες ή αφήνονται σε δεύτερη μοίρα.
Η επίκληση της οικονομικής ανάπτυξης δεν αρκεί από μόνη της. Αν η ανάπτυξη δεν συνοδεύεται από αξιοπρεπείς αμοιβές, αποτελεσματική προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών, προσιτή στέγη και ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, τότε η κοινωνική της επίδραση παραμένει περιορισμένη για όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Εδώ απαιτείται συγκεκριμένη πολιτική συζήτηση. Για μια φορολογική πολιτική που εξετάζει δίκαια την κατανομή των βαρών. Για ουσιαστική προστασία της εργασίας και ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Για δημόσιες πολιτικές στέγασης που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των νέων, των οικογενειών και των χαμηλόμισθων. Για κοινωνικές παροχές που δεν εξαντλούνται σε αποσπασματικές ενισχύσεις, αλλά λειτουργούν ως σταθερό δίχτυ προστασίας.
Και πάνω απ’ όλα, απαιτείται λογοδοσία. Κάθε κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάζει μετρήσιμα αποτελέσματα για τη μείωση της φτώχειας και να εξηγεί ποιες παρεμβάσεις απέδωσαν και ποιες χρειάζονται αλλαγή.
Η πολιτική δεν κρίνεται από τις υποσχέσεις, αλλά από το αποτέλεσμα.
Η ευθύνη δεν αφορά αποκλειστικά την εκάστοτε κυβέρνηση. Αφορά το σύνολο του πολιτικού συστήματος, στον βαθμό που οι προτάσεις, οι αποφάσεις και οι παραλείψεις του επηρεάζουν την κοινωνική πολιτική.
Η αντιπολίτευση από την πλευρά της, δεν αρκεί να καταγγέλλει τις ανισότητες. Οφείλει να καταθέτει εφαρμόσιμες προτάσεις, με σαφές κόστος, συγκεκριμένους στόχους και μηχανισμούς αξιολόγησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη διαχέεται τόσο ώστε τελικά να μην αναλαμβάνεται από κανέναν. Η κυβέρνηση που ασκεί την εξουσία έχει την πρωταρχική ευθύνη για τις πολιτικές που εφαρμόζει, τις προτεραιότητες του προϋπολογισμού και τα αποτελέσματα των παρεμβάσεών της.
Η φτώχεια δεν εξαλείφεται με επικοινωνιακές εκστρατείες ούτε με την αναπαραγωγή καλών προθέσεων. Περιορίζεται όταν υπάρχουν σταθερές θέσεις εργασίας, επαρκή εισοδήματα, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες και θεσμοί που προστατεύουν τους πολίτες από τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι η φτώχεια εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι ο κίνδυνος να συνηθίσουμε την παρουσία της, να θεωρήσουμε φυσιολογικό ο εργαζόμενος να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του, ο νέος να αδυνατεί να αποκτήσει κατοικία και η οικογένεια να ζει με μόνιμη οικονομική αγωνία.
Αυτή η κανονικοποίηση της κοινωνικής ανασφάλειας αποτελεί και πολιτικό πρόβλημα. Γιατί αποδυναμώνει τις προσδοκίες των πολιτών από την πολιτεία και περιορίζει την ίδια την έννοια της κοινωνικής προόδου.
Και όσο η αξιοπρεπής διαβίωση παραμένει ζητούμενο για χιλιάδες ανθρώπους, τόσο ο πολιτικός απολογισμός παραμένει ανοιχτός.
Γιατί η αξία μιας πολιτείας δεν αποτυπώνεται μόνο στον πλούτο που παράγει, αλλά και στο αν επιτρέπει στους πολίτες της να ζουν με αξιοπρέπεια.