Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Σε νέο ιστορικό υψηλό έχει φτάσει το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας στη Γερμανία, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Paritätische Wohlfahrtsverband (Συνδέσμου Πρόνοιας Ισότητας). Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα άτομα που ζουν μόνα τους και οι ηλικιωμένοι, ενώ οι διαφορές μεταξύ των ομόσπονδων κρατιδίων και των περιφερειών της χώρας παραμένουν ιδιαίτερα έντονες.

Όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε από το 2024 στο 2025 κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας το 16,1% του συνολικού πληθυσμού. Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 13,3 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία ζουν σε συνθήκες φτώχειας με βάση εισοδηματικά κριτήρια.

Advertisement
Advertisement

Ανάλογα στοιχεία είχε παρουσιάσει ήδη από τον Φεβρουάριο και η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία της χώρας. Ο διευθύνων σύμβουλος του Συνδέσμου, Γιοάκιμ Ροκ, χαρακτήρισε την κατάσταση «κρίσιμη» και προειδοποίησε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αποφύγει νέες περικοπές στα κοινωνικά επιδόματα. Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Deutschlandfunk, τόνισε ότι τυχόν πρόσθετα μέτρα λιτότητας θα επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση, εκφράζοντας ιδιαίτερη ανησυχία για το γεγονός ότι η φτώχεια αυξάνεται σημαντικά για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

Αρνητικό ρεκόρ για τη χώρα

Ο Σύνδεσμος Πρόνοιας Ισότητας κάνει λόγο για ένα «θλιβερό ρεκόρ», επισημαίνοντας ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν επηρεαστεί τόσοι πολλοί άνθρωποι από τη φτώχεια όσο τα τελευταία χρόνια.

Με βάση τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε κίνδυνο φτώχειας θεωρούνται όσοι διαθέτουν εισόδημα χαμηλότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος. Στη Γερμανία αυτό αντιστοιχεί σε καθαρό μηνιαίο εισόδημα κάτω από 1.446 ευρώ για έναν άγαμο πολίτη και κάτω από 3.036 ευρώ για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά ηλικίας έως 14 ετών.

Μεγάλες ανισότητες μεταξύ των περιφερειών

Η έκθεση καταγράφει ότι μετά τη μείωση των ποσοστών φτώχειας που είχε σημειωθεί την περίοδο 2020-2023, παρατηρείται πλέον μια σαφής αρνητική ανατροπή της τάσης.

Οι περιφερειακές διαφορές είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Τα χαμηλότερα ποσοστά φτώχειας καταγράφονται στα οικονομικά ισχυρά κρατίδια της Βαυαρίας και της Βάδης-Βυρτεμβέργης, με 12,6% και 13,2% αντίστοιχα.

Αντίθετα, τα υψηλότερα ποσοστά εντοπίζονται στη Βρέμη, όπου φτάνουν το 27,5%, στη Σαξονία-Άνχαλτ με 21,3%, καθώς και στα κρατίδια-πόλεις του Αμβούργου και του Βερολίνου, όπου διαμορφώνονται στο 18,9% και 18,7% αντίστοιχα.

Advertisement

Σημαντικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και ορισμένες περιοχές της δυτικής Γερμανίας, όπως η Τρίερ με ποσοστό φτώχειας 21,4%, η Βέζερ-Εμς με 20,8% και το Άρνσμπεργκ με 19,6%. Στην ανατολική Γερμανία, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Κέμνιτς με 18,2% και η Λειψία με 17,4%.

Οι ηλικιωμένοι στο επίκεντρο της ανησυχίας

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση των ηλικιωμένων, με την έκθεση να προειδοποιεί ότι «η τρίτη ηλικία κινδυνεύει να μετατραπεί σε παγίδα φτώχειας».

Σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω ζει ήδη σε συνθήκες φτώχειας ή αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο να βρεθεί σε αυτές.

Advertisement

Παράλληλα, δυσανάλογα υψηλά ποσοστά καταγράφονται και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Συγκεκριμένα, το 30,3% των ατόμων που ζουν μόνα τους βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, όπως και το 28,9% των μονογονεϊκών οικογενειών. Αντίστοιχα, το 29,1% των ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο.

Οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν ότι η φτώχεια αυξάνεται κυρίως εκεί όπου υπάρχουν διαρθρωτικά μειονεκτήματα, όπως περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά εργασίας και χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τέσσερις στους πέντε ανθρώπους που πλήττονται από τη φτώχεια δεν εργάζονται.

Δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών

Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι το 70% των ατόμων που πλήττονται από τη φτώχεια διαθέτουν γερμανική υπηκοότητα, ενώ το υπόλοιπο 30% όχι.

Advertisement

Παράλληλα, πολλά νοικοκυριά αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 6,9% του πληθυσμού δεν διέθετε το 2024 επαρκείς οικονομικούς πόρους για να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Πολλοί πολίτες αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις αυξημένες δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση, ενώ αρκετοί δεν είχαν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν βασικές οικιακές συσκευές, όπως ένα ψυγείο ή μια κουζίνα, όταν αυτές χρειάζονταν αντικατάσταση.

Advertisement