Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει την ρυθμιστική απλούστευση στο επίκεντρο της πολιτικής της ατζέντας, με στόχο να καταστήσει τη νομοθεσία της ΕΕ πιο αποτελεσματική, προσβάσιμη και ευκολότερη στην εφαρμογή. Με στόχο τη μείωση των διοικητικών βαρών κατά 25% συνολικά και κατά 35% για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (MME), αυτή η προσπάθεια συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο της Ευρώπης για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, παρέχοντας παράλληλα απτά οφέλη για όλους. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δρομολόγησε το πακέτο Omnibus, το οποίο τέθηκε επίσημα σε ισχύ τον Μάρτιο του 2026, και καλύπτει βασικούς τομείς όπως η βιώσιμη χρηματοδότηση, οι επενδύσεις, η γεωργία, η βιομηχανία, η ψηφιακή πολιτική και η περιβαλλοντική ρύθμιση (ενδεικτικές νομοθετικές δράσεις περιλαμβάνουν την Οδηγία για την Εταιρική Βιωσιμότητα-CSRD, την Οδηγία για τη «δέουσα επιμέλεια»- CSDDD, την Ευρωπαϊκή ταξινομία, και τις διοικητικές ελαφρύνσεις).

Η προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απλούστευση έρχονται σε μια κρίσιμη στιγμή. Αντιμέτωπη με επίμονα κενά παραγωγικότητας, τον εντεινόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό και τον επείγοντα χαρακτήρα της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, η Ευρώπη επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το κανονιστικό της πλαίσιο μπορεί να προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της. Καθώς η ατζέντα απλούστευσης κερδίζει δυναμική, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια σημαντική παράμετρος: Η απλούστευση δεν είναι συνώνυμη με την απορρύθμιση. Η διασφάλιση ότι οι κανόνες είναι σαφέστεροι και πιο αναλογικοί, χωρίς να αποδυναμώνουν την ουσία τους, ενώ εξυπηρετούν διάφορους στόχους παράλληλα (π.χ., περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς, τεχνολογικούς) παραμένει κεντρική πρόκληση για την ΕΕ, καθώς επιδιώκει την ισορροπία μεταξύ αποδοτικότητας, ανταγωνιστικότητας και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.

Advertisement
Advertisement

Απλοποίηση δεν σημαίνει ότι απλά κάνουμε λιγότερα. Σημαινει πρωτίστως ότι κάνουμε ότι εχει αξία πιο αποτελεσματικά. Η χάραξη πολιτικής της ΕΕ εκτείνεται σε διασυνδεδεμένα οικονομικά, κοινωνικά και τεχνολογικά συστήματα, όπου οι συμβιβασμοί είναι αναπόφευκτοι και οι στόχοι συχνά επικαλύπτονται. Η προσπάθεια «απλοποίησης» με την εξάλειψη αυτής της πολυπλοκότητας ενέχει τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της δέσμευσης των πολιτικών της ΕΕ για βιωσιμότητα, κοινωνική συνοχή και μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα. Η πρόκληση είναι απαιτητική: να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες είναι σαφείς, συνεκτικοί και εύκολοι στην εφαρμογή τους, χωρίς να μειώνεται το πεδίο εφαρμογής ή η φιλοδοξία τους.

Η απλούστευση δεν είναι απλά μείωση του κόστους. Είναι στρατηγικός σχεδιασμός. Η μείωση του διοικητικού φόρτου είναι απαραίτητη, ιδίως για τις ΜΜΕ που κινούνται σε πολύπλοκα τοπία συμμόρφωσης. Ενα λειτουργικό κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να υποστηρίζει ενεργά την καινοτομία και να διευκολύνει τη μετάβαση στη βιωσιμότητα. Οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται απλώς λιγότερους κανόνες. Χρειάζονται καλύτερους κανόνες. Χρειάζονται κανόνες που να είναι προβλέψιμοι, αναλογικοί και ευθυγραμμισμένοι με τους μακροπρόθεσμους στόχους. Σε τομείς όπως η καθαρή ενέργεια, τα βιώσιμα χρηματοοικονομικά και οι ψηφιακές τεχνολογίες, η σαφήνεια των κανονισμών είναι απαραίτητη για την προσέλκυση επενδύσεων και την επιτάχυνση του μετασχηματισμού.

«Από την απλούστευση στην εφαρμογή: Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας στην ΕΕ». Συζήτηση στην οποία η Στέλλα Τσάνη συμμετέχει μαζί με τον Valdis Dombrovskis, Ευρωπαίο Επίτροπο Οικονομίας και Παραγωγικότητας. Δείτε την εδώ: https://eurac.tv/9YrA

Αυτό οδηγεί σε ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα: χρειαζόμαστε ακόμα ρύθμιση; Η απάντηση είναι: Nαι. Οι αγορές είναι εγγενώς ατελείς. Δεν εσωτερικεύουν αυτόματα το περιβαλλοντικό κόστος, δεν αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και δεν προβλέπουν τους συστημικούς κινδύνους. Η ρύθμιση υπάρχει για να διορθώσει αυτές τις αποτυχίες και για να βελτιώσει τη συνολική αποτελεσματικότητα. Αντί να αποτελεί περιορισμό, η καλά σχεδιασμένη ρύθμιση μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργία της αγοράς, να δημιουργήσει αποτελεσματικούς όρους ανταγωνισμού και να τονώσει την καινοτομία.

Είναι σημαντικό η ρύθμιση να μην αποτελεί μια εφάπαξ παρέμβαση αλλά να είναι μια δυναμική διαδικασία που απαιτεί και υποβάλλεται σε συνεχή αξιολόγηση, προσαρμογή και μάθηση για να παραμένει αποτελεσματική σε ένα ταχέως εξελισσόμενο παγκόσμιο πλαίσιο.

Η εξωτερική διάσταση της ρύθμισης της ΕΕ ενισχύει περαιτέρω τη σημασία της. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες διαμορφώνουν όχι μόνο την εσωτερική αγορά, αλλά και τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και τις εμπορικές σχέσεις. Ενώ οι διεθνείς εταίροι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν βραχυπρόθεσμο κόστος προσαρμογής κατά την τήρηση των νέων προτύπων της ΕΕ, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μπορούν να είναι αμοιβαία επωφελείς. Τα υψηλότερα πρότυπα μπορούν να προωθήσουν την καινοτομία, να βελτιώσουν την ποιότητα και να ανοίξουν νέες ευκαιρίες στην αγορά. Υπό αυτή την έννοια, η ΕΕ μπορεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα που απορέουν απο το να κινηθεί πρώτη στη διεθνή σκακιέρα, ιδίως σε τομείς που συνδέονται με τη βιωσιμότητα και την ψηφιακή διακυβέρνηση.

Σε έναν πολύπλοκο και αβέβαιο κόσμο, η Ευρώπη δεν χρειάζεται απλά λιγότερη ρύθμιση. Χρειάζεται καλύτερη ρύθμιση, πιο έξυπνη, πιο προσαρμοστική και πιο αποτελεσματική. Και η απλούστευση αφορά ακριβώς την ικανοποίηση αυτής της απαίτησης.