ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Σε προσωρινή συμφωνία κατέληξαν στις 4 τα ξημερώματα της Τετάρτης διαπραγματευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ για δύο κανονισμούς που θέτουν σε εφαρμογή τις δασμολογικές δεσμεύσεις της Κοινής Δήλωσης ΕΕ–ΗΠΑ του Αυγούστου 2025, κλείνοντας έναν πολύμηνο κύκλο δύσκολων διαπραγματεύσεων γύρω από τη λεγόμενη συμφωνία του Τέρνμπερι.
Η συμφωνία επιτεύχθηκε υπό την πίεση του τελεσιγράφου του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε θέσει ως προθεσμία την 4η Ιουλίου για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, απειλώντας διαφορετικά με νέους δασμούς έως και 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτισε τη συμφωνία δηλώνοντας ότι «μια συμφωνία είναι συμφωνία και η ΕΕ τηρεί τις δεσμεύσεις της», προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει τώρα στην εφαρμογή του δικού της μέρους της Κοινής Δήλωσης ΕΕ–ΗΠΑ και καλώντας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ολοκληρώσουν γρήγορα τη διαδικασία ώστε να διασφαλιστούν «σταθερές, προβλέψιμες, ισορροπημένες και αμοιβαία επωφελείς διατλαντικές εμπορικές σχέσεις».
Βάσει της συμφωνίας, η ΕΕ καταργεί τους εναπομείναντες δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και παρέχει προνομιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων και μειωμένων δασμών για ορισμένα αμερικανικά προϊόντα αλιείας και μη ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα.
Παράλληλα, παρατείνεται έως τις 31 Ιουλίου 2030 η αδασμολόγητη εισαγωγή αστακού από τις ΗΠΑ, με αναδρομική ισχύ από την 1η Αυγούστου 2025.
Ρήτρα λήξης έως το 2029 – Με γνώμονα τη θητεία Τραμπ
Κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας αποτελεί η λεγόμενη «ρήτρα λήξης», σύμφωνα με την οποία ο βασικός κανονισμός για τις βιομηχανικές και αγροδιατροφικές εισαγωγές θα παύσει να ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 2029, εκτός αν υπάρξει νέα πολιτική απόφαση για την παράτασή του.
Πριν από τη λήξη του κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να παρουσιάσει συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων της συμφωνίας στη βιομηχανία, τη γεωργία, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις εμπορικές ροές της ΕΕ με τρίτες χώρες, ενώ θα μπορεί να καταθέσει νέα νομοθετική πρόταση για πιθανή επέκταση της διάρκειάς του.
Η επιλογή του τέλους του 2029 θεωρείται πολιτικά σημαντική, καθώς καλύπτει ολόκληρη την τρέχουσα θητεία Τραμπ και εκτείνεται πέρα από τις ευρωπαϊκές εκλογές του ίδιου έτους.
Ο Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Μάρος Σέφτσοβιτς έγραψε μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας:
«Συλλογική προσπάθεια. Ισχυρό αποτέλεσμα. Ουσιαστικός αντίκτυπος.
Ύστερα από περισσότερες από πέντε ώρες διαπραγματεύσεων, χαιρετίζω την επιτυχή ολοκλήρωση του τριλόγου, πλήρως ευθυγραμμισμένη με την Κοινή Δήλωση ΕΕ–ΗΠΑ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει πράξη όσα λέει, υπερασπιζόμενη παράλληλα τα συμφέροντά της. Μόλις εγκριθεί, η συμφωνία θα ενισχύσει τη σταθερότητα και τη συνεργασία στις διατλαντικές σχέσεις.»
Χάλυβας, αλουμίνιο και δυνατότητα αναστολής
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Συμβουλίου της ΕΕ, οι δύο συννομοθέτες συμφώνησαν να «ενισχύσουν» τον βασικό κανονισμό μέσω μηχανισμού προστασίας, αυστηρότερων διατάξεων για την αναστολή εμπορικών παραχωρήσεων και εισαγωγής “ρήτρας λήξης”.
Ιδιαίτερα πιεστικό για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήταν το ζήτημα των αμερικανικών δασμών σε παράγωγα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του Ευρωκοινοβουλίου, οι ΗΠΑ πρόσθεσαν τον Αύγουστο του 2025 ακόμη 407 κατηγορίες προϊόντων στον κατάλογο των προϊόντων που υπόκεινται σε δασμούς, με το Κοινοβούλιο να θεωρεί ότι οι νέες αυτές επιβαρύνσεις «αύξησαν το επίπεδο εμπορικής αστάθειας» και να πιέζει ώστε το θέμα να αντιμετωπιστεί απευθείας στον βασικό κανονισμό εφαρμογής της συμφωνίας.
Η τελική συμφωνία προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να αναστείλει εμπορικές παραχωρήσεις προς τις ΗΠΑ εάν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εφαρμόζει δασμούς άνω του 15% στα ευρωπαϊκά παράγωγα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου.
Παράλληλα, η Κομισιόν θα πρέπει έως την 1η Δεκεμβρίου 2026 να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το καθεστώς δασμών που εξακολουθούν να εφαρμόζουν οι ΗΠΑ στα συγκεκριμένα προϊόντα.
«Αποφεύχθηκε η αρχική “τυφλή πτήση”. Υπάρχουν πλέον σαφείς κατευθυντήριες γραμμές», ανέφερε χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας.
Ρήτρα αναστολής, αλλά δεν πέρασε η ρήτρα έναρξης
Παράλληλα, ενισχύεται η λεγόμενη «ρήτρα αναστολής», δίνοντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δυνατότητα να παγώνει μέρος ή το σύνολο των εμπορικών παραχωρήσεων εάν οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες της ΕΕ σχετικά με το καθεστώς δασμών που εφαρμόζεται στις ευρωπαϊκές εξαγωγές οι οποίες έως τις 24 Φεβρουαρίου 2026 επωφελούνταν από το ανώτατο συνολικό δασμολογικό όριο 15%.
Ωστόσο, δεν πέρασε τελικά η πολυσυζητημένη «ρήτρα έναρξης» (Sunrise clause), που θα συνέδεε αυτόματα τις ευρωπαϊκές παραχωρήσεις με την προηγούμενη άρση των αμερικανικών δασμών σε χάλυβα και αλουμίνιο, καθώς τα κράτη-μέλη αντιτάχθηκαν σε μια πιο σκληρή προσέγγιση απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Κρίσιμη λεπτομέρεια είναι ότι η αναστολή των παραχωρήσεων δεν θα γίνεται αυτόματα, αλλά θα απαιτεί πολιτική αξιολόγηση και νέα εκτελεστική πράξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Παράλληλα, απορρίφθηκε από το Συμβούλιο το αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να μπορούν να ενεργοποιούνται οι ρήτρες αναστολής και σε περιπτώσεις απειλών κατά της εδαφικής ακεραιότητας της ΕΕ αναφορά που συνδεόταν με τις επανειλημμένες δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία.
Προστασία για τη βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα
Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ειδικό μηχανισμό προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και του αγροδιατροφικού τομέα σε περίπτωση σημαντικής αύξησης αμερικανικών εισαγωγών που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημιά σε ευρωπαϊκούς παραγωγικούς κλάδους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να ξεκινά σχετική έρευνα είτε με δική της πρωτοβουλία είτε έπειτα από αίτημα κρατών-μελών ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ θα υποχρεούται να ενημερώνει ανά τρίμηνο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις μεταβολές στις εμπορικές ροές και στην αξία των αμερικανικών εξαγωγών προς την ΕΕ.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μπέρντ Λάνγκε χαρακτήρισε τη συμφωνία «ένα ανώμαλο ταξίδι που άξιζε τον κόπο», υπογραμμίζοντας ότι η συμφωνία ενισχύει την προβλεψιμότητα στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις και προβλέπει ισχυρότερους μηχανισμούς επανεξέτασης, προστασίας και δημοκρατικής εποπτείας.
«Ήταν ένα ανώμαλο ταξίδι, αλλά άξιζε τον κόπο. Με τη μετατροπή των δεσμεύσεων της Κοινής Δήλωσης σε νομοθεσία, ο κανονισμός αυτός γίνεται μέρος της εργαλειοθήκης της ΕΕ για τη βελτίωση των σχέσεων ΕΕ–ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και απάντηση στις πιέσεις.
Η συμφωνία αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα προς μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις. Με την εισαγωγή της “ρήτρας λήξης” και μιας ισχυρής “ρήτρας αναστολής”, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βελτίωσε ουσιαστικά την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η συμφωνία προβλέπει επίσης ισχυρότερους μηχανισμούς επανεξέτασης και προστασίας, καθώς και σαφέστερη και τακτική δημοκρατική εποπτεία. Μια σταθερή διατλαντική εταιρική σχέση μπορεί να πετύχει μόνο εφόσον και οι δύο πλευρές παραμείνουν προσηλωμένες στην αξιοπιστία, τη συγκράτηση και την αμοιβαία εμπιστοσύνη.»
Ο Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς δήλωσε από την πλευρά του ότι «επιτεύχθηκε ένα ισχυρό αποτέλεσμα με ουσιαστικό αντίκτυπο», προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει η συμφωνία να εφαρμοστεί «με δίκαιο τρόπο και από τις δύο πλευρές».
Τα επόμενα βήματα προβλέπουν έκτακτη συνεδρίαση της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 2 Ιουνίου και στη συνέχεια ψηφοφορία στην ολομέλεια μεταξύ 15 και 18 Ιουνίου, πριν από την τελική έγκριση από το Συμβούλιο της ΕΕ και τη δημοσίευση των κανονισμών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.