Οι κυβερνήσεις των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν σήμερα την τελική έγκριση στη νομοθεσία με την οποία αίρονται δασμοί σε σειρά αμερικανικών προϊόντων, ολοκληρώνοντας την ευρωπαϊκή πλευρά της εμπορικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και απομακρύνοντας, προς το παρόν, τον κίνδυνο μιας νέας διατλαντικής εμπορικής σύγκρουσης.
Η απόφαση έρχεται λίγες ημέρες πριν από την προθεσμία της 4ης Ιουλίου, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε απειλήσει με «πολύ υψηλότερους» δασμούς εάν η ΕΕ δεν προχωρούσε εγκαίρως στην εφαρμογή των δεσμεύσεών της. Μετά την υιοθέτηση από τα κράτη-μέλη, η Ένωση βρίσκεται πλέον σε τροχιά να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα, με τη νομοθεσία να τίθεται σε ισχύ μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ρήτρες ασφαλείας της Ευρώπης
Οι κανονισμοί περιλαμβάνουν επίσης ενισχυμένους μηχανισμούς διασφάλισης και αναστολής. Ειδικότερα, προβλέπουν έναν ειδικό μηχανισμό διασφάλισης που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ενεργεί ταχέως σε περιπτώσεις σημαντικής αύξησης των εισαγωγών, η οποία προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία στους φορείς της ΕΕ, και ενισχύουν τη δυνατότητα της ΕΕ να αναστέλλει τις δασμολογικές προτιμήσεις όταν οι ΗΠΑ δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους, υπονομεύουν τους στόχους της Κοινής Δήλωσης ή διαταράσσουν με άλλον τρόπο τις ισορροπημένες εμπορικές σχέσεις, μεταξύ άλλων μέσω μέτρων που εισάγουν διακρίσεις.
«Είμαστε δεσμευμένοι σε μια ισχυρή και ανοιχτή διατλαντική εταιρική σχέση με τον ιστορικό μας σύμμαχο, αλλά το άνοιγμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διασφάλιση των συμφερόντων μας. Τα μέτρα αυτά επιτυγχάνουν και τα δύο, στηρίζοντας σταθερές και προβλέψιμες εμπορικές ροές με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα διασφαλίζουν ότι η ΕΕ μπορεί να αντιδρά γρήγορα και αναλογικά όταν η συμφωνία δεν γίνεται σεβαστή ή όταν διακυβεύονται τα συμφέροντά της. Στέλνουμε ένα ισχυρό μήνυμα ότι η Ευρώπη είναι ανοιχτή στον κόσμο, αλλά και ξεκάθαρη ως προς την προστασία των επιχειρήσεων και των εργαζομένων της», δήλωσε ο Μιχάλης Δαμιανός, υπουργός Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το τελικό «ναι» μετά την ψήφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Η τελική έγκριση από τα κράτη-μέλη ακολουθεί την έγκριση της σχετικής νομοθεσίας από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την περασμένη εβδομάδα, με 440 ψήφους υπέρ, 151 κατά και 50 αποχές, σχεδόν έντεκα μήνες μετά την επίτευξη της συμφωνίας-πλαισίου.
Με τη σημερινή απόφαση ολοκληρώνεται η νομοθετική διαδικασία από την πλευρά της ΕΕ και υλοποιούνται οι δασμολογικές δεσμεύσεις που προβλέπονται στην Κοινή Δήλωση ΕΕ–ΗΠΑ της 21ης Αυγούστου 2025.
Τι προβλέπουν οι δύο κανονισμοί
Οι δύο κανονισμοί καταργούν τους εναπομείναντες τελωνειακούς δασμούς της ΕΕ στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, εισάγουν προτιμησιακή πρόσβαση για ορισμένα αμερικανικά προϊόντα αλιείας και μη ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων και μειωμένων δασμών, και παρατείνουν την αναστολή των δασμών στις εισαγωγές αστακού, συμπεριλαμβανομένου του επεξεργασμένου αστακού, από όλες τις χώρες βάσει της ρήτρας του μάλλον ευνοούμενου κράτους.
Με τη σημερινή υιοθέτηση από το Συμβούλιο, η ΕΕ περνά από το επίπεδο της πολιτικής δέσμευσης στο στάδιο της εφαρμογής. Η Κοινή Δήλωση ΕΕ–ΗΠΑ της 21ης Αυγούστου 2025 είχε θέσει το πλαίσιο για τις αμοιβαίες δασμολογικές δεσμεύσεις, με στόχο τη σταθεροποίηση των εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού και την αποφυγή νέων εντάσεων σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς εμπορικής αβεβαιότητας.
Οι δύο κανονισμοί θα υπογραφούν πλέον και θα δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα τεθούν σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσής τους.
Ο βασικός κανονισμός θα παύσει να εφαρμόζεται στο τέλος του 2029. Έως τις 30 Ιουνίου 2029, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα παρουσιάσει συνολική αξιολόγηση των επιπτώσεων των μέτρων στις εμπορικές ροές ΕΕ–ΗΠΑ, στα δασμολογικά έσοδα και στις οικονομικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όπου κριθεί σκόπιμο, η αξιολόγηση αυτή θα συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για την παράταση της εφαρμογής των κανονισμών.
Ο κανονισμός που αφορά τις εισαγωγές αστακού θα εφαρμοστεί αναδρομικά από την 1η Αυγούστου 2025 και θα λήξει στις 31 Ιουλίου 2030, εκτός εάν υπάρξει νέα απόφαση.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη μεγαλύτερη διμερή εμπορική και επενδυτική σχέση στον κόσμο και την πιο ολοκληρωμένη οικονομική σχέση διεθνώς, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 30% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών και το 43% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ξεπερνώντας τα 1,7 τρισ. ευρώ το 2025. Η εταιρική αυτή σχέση στηρίζεται και σε αμοιβαίες επενδύσεις, καθώς το 2024 οι επιχειρήσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ κατείχαν επενδύσεις άνω των 4,8 τρισ. ευρώ η μία στις αγορές της άλλης.
Πιο αναλυτικά
Οι δύο κανονισμοί είχαν προταθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 28 Αυγούστου 2025, προκειμένου να εφαρμοστούν οι μειώσεις δασμών που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 της Κοινής Δήλωσης ΕΕ–ΗΠΑ της 21ης Αυγούστου 2025. Ο πρώτος, βασικός κανονισμός, καταργεί τους εναπομείναντες τελωνειακούς δασμούς στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και παρέχει προτιμησιακή πρόσβαση στην αγορά, μεταξύ άλλων μέσω δασμολογικών ποσοστώσεων και μειωμένων δασμών για ορισμένα αμερικανικά προϊόντα αλιείας και μη ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα. Ο δεύτερος κανονισμός επικεντρώνεται στην παράταση της αναστολής των δασμών για τις εισαγωγές αστακού, συμπεριλαμβανομένου του επεξεργασμένου αστακού, από όλες τις χώρες βάσει της ρήτρας του μάλλον ευνοούμενου κράτους.
Η συμφωνία του Τέρνμπερι
Στο ευρύτερο πλαίσιο της συμφωνίας του Τέρνμπερι, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε οροφή 15% για τους αμερικανικούς δασμούς σε σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά αγαθά. Η οροφή αυτή καλύπτει τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματα αυτοκινήτων, καθώς και ενδεχόμενους μελλοντικούς δασμούς σε φαρμακευτικά προϊόντα και ημιαγωγούς.
Οι ΗΠΑ επανέφεραν επίσης τα προηγούμενα επίπεδα δασμών για τα ευρωπαϊκά αεροσκάφη και εξαρτήματα αεροσκαφών, καθώς και για ορισμένα χημικά προϊόντα, φαρμακευτικά προϊόντα και φυσικούς πόρους. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν τις εργασίες με στόχο την προσθήκη περισσότερων προϊόντων στον σχετικό κατάλογο.
Η συμφωνία κατήργησε τους ήδη χαμηλούς δασμούς της ΕΕ στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, διατηρώντας ταυτόχρονα την προστασία βασικών ευρωπαϊκών ευαισθησιών στη βιομηχανία και τη γεωργία.
Η ΕΕ συμφώνησε να βελτιώσει την πρόσβαση στην αγορά για ορισμένες μη ευαίσθητες αμερικανικές αγροτικές εξαγωγές, όπως το σογιέλαιο, καθώς και για μεταποιημένα τρόφιμα όπως το κέτσαπ ντομάτας, το κακάο και τα μπισκότα. Σύμφωνα με το πλαίσιο της συμφωνίας, αυτό αναμένεται να μειώσει το κόστος ορισμένων εισροών για τους Ευρωπαίους αγρότες και μεταποιητές, ενώ προστατεύονται ευαίσθητοι τομείς της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής, όπως το βόειο κρέας και τα πουλερικά.
Παράλληλα, οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να εργαστούν για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού και να συνεργαστούν στον έλεγχο των επενδύσεων και στους ελέγχους εξαγωγών. Η συμφωνία καλύπτει επίσης την πρόσβαση σε κρίσιμες ενεργειακές και τεχνολογικές προμήθειες και περιλαμβάνει δεσμεύσεις για την προώθηση και διευκόλυνση των αμοιβαίων επενδύσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Πώς προστατεύονται τα ευρωπαϊκά συμφέροντα
Το ζήτημα των ασφαλιστικών δικλείδων παραμένει κρίσιμο, καθώς ακόμη και όσο η ΕΕ προχωρούσε στη νομοθέτηση της συμφωνίας, οι ΗΠΑ διατηρούσαν ορισμένους υψηλούς δασμούς, όπως δασμό 50% στον χάλυβα, ενώ ξεκινούσαν και νέες έρευνες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πρόσθετους δασμούς.
Για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων, η νομοθεσία της ΕΕ που εφαρμόζει τη συμφωνία περιλαμβάνει μηχανισμό αναστολής, ώστε η Ένωση να μπορεί να αντιδράσει εάν οι ΗΠΑ δεν εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους ή εάν εισαγάγουν νέους δασμούς.
Ειδικά για τον χάλυβα και το αλουμίνιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορεί να αναστείλει τις δασμολογικές προτιμήσεις εάν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, οι ΗΠΑ συνεχίσουν να εφαρμόζουν δασμό υψηλότερο του 15% στα ευρωπαϊκά παράγωγα χάλυβα και αλουμινίου.
Πέραν του μηχανισμού αναστολής, προβλέπεται και πρόσθετος μηχανισμός διασφάλισης, ο οποίος επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάζει εάν οι δασμολογικές προτιμήσεις που παρέχονται στις ΗΠΑ προκαλούν απότομη αύξηση εισαγωγών στην ευρωπαϊκή αγορά, ικανή να προκαλέσει σοβαρή ζημία στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένου του αγροτικού τομέα.
Στο πλαίσιο της λεγόμενης ρήτρας λήξης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αξιολογήσει επίσης τις εμπορικές επιπτώσεις της συμφωνίας στη βιομηχανία, στη γεωργία και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς και τις αλλαγές στις εμπορικές ροές με τρίτες χώρες, πριν από τη λήξη της συμφωνίας στο τέλος του 2029. Με βάση αυτή την αξιολόγηση, θα αποφασίσει εάν θα προτείνει ή όχι την παράταση των ρυθμίσεων.
Ετοιμο το εμπορικό μπαζούκα της ΕΕ σε περίπτωση νέων απειλών
Η συμφωνία δεν κλείνει οριστικά το κεφάλαιο των δασμολογικών εντάσεων. Κατά την περίοδο οριστικοποίησης των νέων εμπορικών ρυθμίσεων στην ευρωπαϊκή πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχισε να απειλεί με νέους δασμούς, συνδέοντάς τους και με γεωπολιτικές εντάσεις.
Η πρώτη επιλογή της ΕΕ απέναντι σε δασμολογικές απειλές ή σε οικονομικό εκβιασμό παραμένει η διαπραγμάτευση, καθώς μια συμφωνία θεωρείται πολύ λιγότερο διαταρακτική από έναν νέο πόλεμο δασμών.
Ωστόσο, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, η ΕΕ διαθέτει εργαλεία για να προστατευθεί. Μπορεί να επιβάλει αντίμετρα σε προϊόντα που εισάγονται από τις ΗΠΑ, να προσφύγει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου εάν θεωρεί ότι οι ΗΠΑ παραβιάζουν διεθνώς συμφωνημένους κανόνες και να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας.
Τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ έχει επίσης υιοθετήσει νομοθεσία για το λεγόμενο μέσο κατά του εξαναγκασμού, που συχνά περιγράφεται ως το εμπορικό «μπαζούκα» της Ευρώπης. Στόχος του είναι πρωτίστως να λειτουργεί αποτρεπτικά και να επιτρέπει την επίλυση εμπορικών συγκρούσεων μέσω διαπραγμάτευσης. Ως έσχατη λύση, όμως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή αντιμέτρων κατά τρίτης χώρας.
Η τελική έγκριση από τα 27 κράτη-μέλη αποτυπώνει την προσπάθεια της ΕΕ να κρατήσει ανοιχτό και προβλέψιμο το διατλαντικό εμπόριο, χωρίς όμως να απολέσει τη δυνατότητα αντίδρασης εάν η ισορροπία της συμφωνίας διαταραχθεί ή εάν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι αγρότες και οι εργαζόμενοι βρεθούν αντιμέτωποι με δυσμενείς συνέπειες.