Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάθμισε τις προβλέψεις ανάπτυξης και αναθεώρησε προς τα πάνω τον πληθωρισμό στην ΕΕ και την ευρωζώνη, προειδοποιώντας ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλεί νέο ενεργειακό σοκ με επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία. Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις, η ανάπτυξη στην ΕΕ περιορίζεται πλέον στο 1,1% για το 2026 από 1,5% που ήταν το 2025 και 1,4% που προέβλεπε η Κομισιόν το φθινόπωρο,ενώ ο πληθωρισμός αυξάνεται στο 3,1%, μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Στην ευρωζώνη, η ανάπτυξη αναθεωρείται στο 0,9% και ο πληθωρισμός στο 3%, καθώς η εκτίναξη των τιμών ενέργειας επιβαρύνει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δημόσια οικονομικά.
«Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει πυροδοτήσει ένα σημαντικό ενεργειακό σοκ, δοκιμάζοντας περαιτέρω την Ευρώπη σε ένα ήδη ασταθές γεωπολιτικό και εμπορικό περιβάλλον. Η ΕΕ πρέπει να αντλήσει διδάγματα από τις προηγούμενες κρίσεις, διατηρώντας τη δημοσιονομική στήριξη προσωρινή και στοχευμένη, και να μειώσει περαιτέρω την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Ενεργώντας με ενότητα και αποφασιστικότητα, η Ευρώπη πρέπει να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις, να άρει τα εμπόδια στην ανάπτυξη και να διαφυλάξει υγιή δημόσια οικονομικά», δήλωσε ο Επίτροπος Οικονομίας και Παραγωγικότητας Βάλντις Ντομπρόβσκις.
«Δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε πέντε χρόνια»
Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, στα τέλη Φεβρουαρίου, η ευρωπαϊκή οικονομία κινούνταν σε τροχιά μέτριας αλλά σταθερής ανάπτυξης, με τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται. Η εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου ανέτρεψε γρήγορα αυτή την εικόνα, επαναφέροντας πιέσεις σε ολόκληρη την οικονομία.
Η Κομισιόν χαρακτηρίζει τη σημερινή κατάσταση ως το «δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια». Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η ΕΕ παραμένει εξαιρετικά εκτεθειμένη: η άνοδος των τιμών αυξάνει τους λογαριασμούς νοικοκυριών, συμπιέζει τα κέρδη των επιχειρήσεων και μεταφέρει εισόδημα εκτός ΕΕ προς τις χώρες εξαγωγείς. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο 40 μηνών.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι επενδύσεις μετά την κρίση του 2022 διαφοροποίηση προμηθευτών, ανάπτυξη ανανεώσιμων και μείωση κατανάλωσης, έχουν καταστήσει την ΕΕ πιο ανθεκτική. Ωστόσο, αυτή η ανθεκτικότητα δεν αρκεί για να αποτρέψει την επιβράδυνση και την επιστροφή της ακρίβειας.
Οι τιμές ενέργειας εκτιμάται ότι θα παραμείνουν περίπου 20% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα ακόμα και το 2027.
Γαλλία- Γερμανία- Ιταλία
Η επιβράδυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην ΕΕ. Οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης εμφανίζουν εικόνα που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ανάπτυξη της ευρωζώνης παραμένει κάτω από τη μονάδα.
Η Γερμανία, μετά από δύο χρόνια ύφεσης και ανάπτυξη μόλις 0,2% το 2025, αναμένεται να φτάσει στο 0,6% το 2026 και στο 0,9% το 2027. Οι εξαγωγές της συρρικνώνονται για τρίτο συνεχές χρόνο, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 4,1% του ΑΕΠ το 2027.
Η Γαλλία προβλέπεται να αναπτυχθεί κατά 0,8% το 2026 και 1,1% το 2027, αλλά με έλλειμμα που θα παραμείνει πολύ υψηλό 5,1% το 2026 και 5,7% το 2027 χρέος άνω του 120% του ΑΕΠ και ανεργία που ανεβαίνει στο 8,7%.
Η Ιταλία κινείται ακόμη χαμηλότερα, με ανάπτυξη 0,5% το 2026 και 0,6% το 2027, ενώ το δημόσιο χρέος προβλέπεται να φτάσει το 139,2% του ΑΕΠ το 2027, το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωζώνη εμφανίζεται όλο και πιο εκτεθειμένη σε έναν συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια κινήσεων τόσο για τις κυβερνήσεις όσο και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η αγορά εργασίας χάνει δυναμική
Μετά από χρόνια συνεχούς αποκλιμάκωσης, η ανεργία αναμένεται να σταθεροποιηθεί περίπου στο 6% έως το 2027. Το 2025 δημιουργήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας, όμως ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης προβλέπεται να υποχωρήσει στο 0,3% το 2026.
Η Κομισιόν προειδοποιεί ότι η εξασθένηση της ζήτησης εργασίας όπως αποτυπώνεται στη μείωση των κενών θέσεων και των προσλήψεων μπορεί να προμηνύει ακόμη πιο αρνητικές εξελίξεις το επόμενο διάστημα.
Πίεση και στα δημόσια οικονομικά
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6% έως το 2027, λόγω χαμηλότερης ανάπτυξης, αυξημένων δαπανών στήριξης, υψηλότερων τόκων και αυξημένων αμυντικών δαπανών.
Το δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει στο 85,3% του ΑΕΠ για την ΕΕ και στο 91,2% για την ευρωζώνη. Τέσσερις χώρες-μέλη ανάμεσά τους η Γαλλία και η Ιταλία θα έχουν χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ.
Το αρνητικό σενάριο και η Τεχνητή Νοημοσύνη
Το βασικό σενάριο της Κομισιόν προβλέπει σταδιακή σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας το 2027, με ανάπτυξη 1,4% στην ΕΕ και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,4%, υπό την κρίσιμη όμως προϋπόθεση ότι οι αγορές ενέργειας θα αρχίσουν σταδιακά να εξομαλύνονται και ότι οι σημερινές διαταραχές στη Μέση Ανατολή δεν θα κλιμακωθούν περαιτέρω.
Ωστόσο, η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η αβεβαιότητα παραμένει «ασυνήθιστα υψηλή» και αφιερώνει μεγάλο μέρος της ανάλυσης στους καθοδικούς κινδύνους.
Ο σημαντικότερος αφορά τη διάρκεια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις συνέπειές της στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, οι βασικές προβλέψεις συνοδεύονται από εναλλακτικό σενάριο παρατεταμένης ενεργειακής αναταραχής, στο οποίο οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνονται σημαντικά περισσότερο από ό,τι προβλέπεται σήμερα, κορυφώνονται στα τέλη του 2026 και αποκλιμακώνονται πολύ αργότερα, προς το τέλος του 2027.
Σε αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός δεν υποχωρεί ούτε το 2027 και η προβλεπόμενη ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας εμφανίζεται σημαντικά ασθενέστερη. Η Κομισιόν προειδοποιεί ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντιμέτωπα με ακόμη υψηλότερο ενεργειακό κόστος, θα μπορούσαν να περιορίσουν κατανάλωση και επενδύσεις πολύ πιο απότομα από ό,τι προβλέπεται στο βασικό σενάριο.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί και το ενδεχόμενο πραγματικών ελλείψεων σε ορισμένα προϊόντα και πρώτες ύλες. Η Επιτροπή αναφέρει χαρακτηριστικά τον κίνδυνο διαταραχών σε διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα και ιατρικού εξοπλισμού, καθώς και λιπάσματα. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει νέες πιέσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής και στις τιμές τροφίμων.
Στους καθοδικούς κινδύνους εντάσσεται και η αγορά εργασίας. Η σταδιακή μείωση των κενών θέσεων και των ρυθμών προσλήψεων που ήδη καταγράφεται, σύμφωνα με την Κομισιόν, μπορεί να προμηνύει μεγαλύτερη επιδείνωση της απασχόλησης από αυτήν που ενσωματώνεται σήμερα στις προβλέψεις.
Η Επιτροπή εντοπίζει ωστόσο και ορισμένους ανοδικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν μέρος των πιέσεων. Η ταχύτερη εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση χρόνιων αδυναμιών της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και ισχυρές δημόσιες επενδύσεις στην άμυνα και στην ενεργειακή μετάβαση, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντιστάθμισμα στην αδυναμία που εμφανίζει ο ιδιωτικός τομέας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία η Κομισιόν αντιμετωπίζει ως παράγοντα με διπλή επίδραση: από τη μία πλευρά, τα πιθανά κέρδη παραγωγικότητας θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ· από την άλλη, οι ανατροπές που μπορεί να προκαλέσει στην αγορά εργασίας ενδέχεται να περιορίσουν τη ζήτηση και να δημιουργήσουν νέες