Νέος γύρος διαπραγματεύσεων διεξάγεται το βράδυ της Τρίτης στο Στρασβούργο μεταξύ εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε μια προσπάθεια να γεφυρωθούν οι τελευταίες διαφωνίες γύρω από την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ, μετά το αδιέξοδο του πρώτου κύκλου συνομιλιών στις 7 Μαΐου στις Βρυξέλλες.
Οι συνομιλίες αποκτούν πλέον ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική βαρύτητα, καθώς η Ουάσιγκτον έχει θέσει ως καταληκτική ημερομηνία την 4η Ιουλίου για την εφαρμογή της συμφωνίας, με τον Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί ότι σε διαφορετική περίπτωση οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν σε νέα αύξηση δασμών, ακόμη και στο 25% για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.
Σχεδόν έναν χρόνο μετά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε στο γήπεδο γκολφ του Τέρνμπερι στη Σκωτία, η εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ εξακολουθεί να μην έχει επικυρωθεί. Η βασική αρχιτεκτονική της είναι θεωρητικά απλή: η ΕΕ μηδενίζει τους δασμούς σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και η Ουάσιγκτον δεσμεύεται ότι οι δασμοί στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα δεν θα υπερβαίνουν το 15%. Στην πράξη όμως, η εφαρμογή αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη και το βασικό μέτωπο της σύγκρουσης βρίσκεται πλέον εντός της ίδιας της Ευρώπης.
Δύο ρήτρες στο επίκεντρο
Εδώ και εβδομάδες, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη συγκρούονται όχι για το αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά για το ποιες εγγυήσεις θα τη συνοδεύουν.
Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο τεχνικές αλλά πολιτικά εκρηκτικές πρόνοιες.
Η πρώτη είναι η λεγόμενη «ρήτρα έναρξης» (sunrise clause), σύμφωνα με την οποία η ΕΕ δεν θα προχωρήσει σε μέρος των μειώσεων δασμών εάν οι ΗΠΑ δεν άρουν πρώτα τις επιβαρύνσεις σε χάλυβα και αλουμίνιο, τομείς στους οποίους οι αμερικανικοί δασμοί φθάνουν ακόμη και το 50%.
Η δεύτερη είναι η «ρήτρα λήξης» (sunset clause), που προβλέπει ημερομηνία λήξης της συμφωνίας γύρω στο 2028, σχεδόν στο τέλος της σημερινής αμερικανικής διακυβέρνησης, εκτός εάν υπάρξει νέα πολιτική συμφωνία για την παράτασή της.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι και στις δύο ρήτρες, φοβούμενες ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν νέα αντίμετρα από την Ουάσιγκτον ή ακόμη και να τινάξουν στον αέρα τη συμφωνία.
Από την άλλη πλευρά, οι ευρωβουλευτές κυρίως οι σοσιαλδημοκράτες, οι φιλελεύθεροι και οι πράσινοι, αρνούνται να εγκρίνουν τη συμφωνία χωρίς ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλίδες απέναντι στο ενδεχόμενο νέων μονομερών κινήσεων από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η συμβιβαστική λύση που συζητείται πλέον προβλέπει έναν μηχανισμό αναστολής, δηλαδή το δικαίωμα της ΕΕ να επαναφέρει δασμούς ή να λάβει αντίμετρα εάν οι ΗΠΑ παραβιάσουν εκ των υστέρων τους όρους της συμφωνίας.
Η Ουάσιγκτον πιέζει δημόσια
Στο μεταξύ, η αμερικανική πλευρά συνεχίζει τις πιέσεις προς τις Βρυξέλλες.
Ο Αμερικανός πρέσβης στην ΕΕ Άντριου Πάζντερ σε άρθρο του στο Politico κάλεσε την ΕΕ να τιμήσει τη συμφωνία και κατηγόρησε τις Βρυξέλλες ότι «μετακινούν τα δοκάρια ενώ το παιχνίδι βρίσκεται σε εξέλιξη», κατηγορώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι καθυστερεί επί μήνες να εφαρμόσει τη συμφωνία ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνει τα οφέλη της.
Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του Ντόναλντ Τραμπ με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εφαρμόσει τις δεσμεύσεις της έως τις 4 Ιουλίου, οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν σε νέα αύξηση δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων σε «πολύ υψηλότερα επίπεδα», με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο ακόμη και για δασμούς 25% στα ευρωπαϊκά οχήματα.
Κόντρα με το Ευρωκοινοβούλιο
Ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μπέρντ Λάνγκε απάντησε μέσω του EUobserver και άλλων ευρωπαϊκών μέσων ζητώντας «σιδερένιες εγγυήσεις» ότι οι αμερικανικοί δασμοί δεν θα υπερβούν το 15%, υπογραμμίζοντας ότι καμία ευρωπαϊκή πολιτική πλειοψηφία δεν μπορεί να εγκρίνει μια συμφωνία που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μονομερών αμερικανικών κινήσεων στο μέλλον.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, οι διαφωνίες δεν αφορούν μόνο το περιεχόμενο των ρητρών αλλά και το κατά πόσο αυτές θα έχουν πραγματικά δεσμευτικό χαρακτήρα ή θα περιοριστούν τελικά σε πολιτικές διαβεβαιώσεις χωρίς ουσιαστικό μηχανισμό αυτόματης ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Την ίδια στιγμή, κοινοβουλευτικές πηγές προειδοποιούν ότι εάν το τελικό κείμενο κινηθεί υπερβολικά προς τις θέσεις των κρατών-μελών και αποδυναμώσει τις ασφαλιστικές δικλίδες που ζητούν οι ευρωβουλευτές, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να απορριφθεί στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία αναμένεται πλέον να διεξαχθεί μεταξύ 15 και 18 Ιουνίου.
Στο παρασκήνιο, πάντως, διαφαίνεται και μια ευρύτερη πολιτική λογική που εξηγεί τη βιασύνη να κλείσει η συμφωνία. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, που κυριαρχεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από τις τάξεις του οποίου προέρχεται η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, εμφανίζεται αποφασισμένο να κλείσει γρήγορα αυτό το μέτωπο όχι επειδή η συμφωνία θεωρείται ιδανική, αλλά επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δύσκολα αντέχει, στη σημερινή συγκυρία, μια παρατεταμένη εμπορική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Με την ασφάλεια, την άμυνα, την ενέργεια και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας να απορροφούν ήδη τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο, αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες θεωρούν ότι ένα νέο διατλαντικό εμπορικό μέτωπο θα αποτελούσε στρατηγική πολυτέλεια. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμφωνία λειτουργεί και ως προσπάθεια αγοράς πολιτικού χρόνου, ώστε η Ευρώπη να επικεντρωθεί στα γεωπολιτικά μέτωπα που θεωρεί σήμερα ακόμη πιο κρίσιμα.