Χωρίς οριστική συμφωνία ολοκληρώθηκαν στις Βρυξέλλες αργά το βράδυ της Τετάρτης οι διαπραγματεύσεις, κεκλεισμένων των θυρών, για την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ, με τις διαφωνίες γύρω από τις ρήτρες ασφαλείας να παραμένουν και τον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης στις διατλαντικές σχέσεις να παραμένει ανοιχτός.
Οι συνομιλίες μεταξύ ευρωβουλευτών, κρατών-μελών και αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διήρκεσαν περίπου έξι ώρες, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία μετά τις πρόσφατες απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε τελική συμφωνία, στις Βρυξέλλες γίνεται λόγος για συγκρατημένη πρόοδο σε ορισμένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της διαπραγμάτευσης, κυρίως γύρω από τον μηχανισμό διασφαλίσεων και τον τρόπο επανεξέτασης της συμφωνίας στο μέλλον.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου (INTA) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Μπέρντ Λάνγκε, έκανε λόγο για «καλό βαθμό προόδου», επισημαίνοντας ωστόσο ότι «υπάρχει ακόμη δρόμος».
«Μόλις ολοκληρώσαμε έναν εποικοδομητικό δεύτερο τριμερή διάλογο, κατά τον οποίο σημειώσαμε σημαντική πρόοδο στο ζήτημα του μηχανισμού διασφαλίσεων καθώς και στην επανεξέταση και αξιολόγηση του βασικού κανονισμού, ωστόσο υπάρχει ακόμη δρόμος να διανυθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν «με ταχύτητα αλλά και υπευθυνότητα», προκειμένου όπως είπε να διασφαλιστεί ότι «τηρούνται τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα της συμφωνίας του Turnberry, με πλήρη σεβασμό στις δημοκρατικές μας διαδικασίες και χρονοδιαγράμματα».
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παραμένει «πιο προσηλωμένο από ποτέ» στην υπεράσπιση της διαπραγματευτικής του εντολής, ώστε να υπάρξουν «πρόσθετες εγγυήσεις προς όφελος πολιτών και επιχειρήσεων τόσο στην ΕΕ όσο και στις ΗΠΑ».
Ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων αναμένεται να πραγματοποιηθεί στις 19 Μαΐου στο Στρασβούργο.
Παρά τις αναφορές περί προόδου, οι βασικές πολιτικές διαφωνίες παραμένουν ανοιχτές.
Στο επίκεντρο συνεχίζουν να βρίσκονται οι ρήτρες ασφαλείας που ζητά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με βασικότερη τη λεγόμενη «ρήτρα έναρξης» (sunrise clause), σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή μέρους των ευρωπαϊκών παραχωρήσεων θα εξαρτάται από την προηγούμενη άρση αμερικανικών δασμών που θεωρούνται ασύμβατοι με τη συμφωνία.
Παράλληλα, στο τραπέζι παραμένει και η «ρήτρα λήξης» (sunset clause), που προβλέπει ότι η συμφωνία θα μπορεί να λήξει έως τον Μάρτιο του 2028 εάν δεν υπάρξει νέα πολιτική συμφωνία για την παράτασή της.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, οι διαφωνίες αφορούν όχι μόνο το περιεχόμενο των ρητρών αλλά και το κατά πόσο αυτές θα έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα ή θα περιοριστούν τελικά σε πολιτικές διαβεβαιώσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αρκετά κράτη-μέλη εξακολουθούν να πιέζουν για γρήγορη ολοκλήρωση της συμφωνίας, εκτιμώντας ότι μια νέα εμπορική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες σε μια περίοδο αυξημένης ενεργειακής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας για την Ευρώπη.
Στην ίδια γραμμή κινείται και ο Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς, ο οποίος φέρεται να κάλεσε τις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία που θα συμβάλει στη σταθεροποίηση των εμπορικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, σημαντικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιμένει ότι η συμφωνία πρέπει να θωρακιστεί απέναντι στο ενδεχόμενο νέων μονομερών κινήσεων από την αμερικανική πλευρά, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες απειλές Τραμπ αλλά και τις προηγούμενες εντάσεις γύρω από τη Γροιλανδία και τους δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο.
Επίσης, ο διχασμός παραμένει έντονος και μεταξύ των κρατών-μελών. Χώρες όπως η Γερμανία, με ισχυρή εξάρτηση από την αυτοκινητοβιομηχανία και τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμούν ταχεία ολοκλήρωση της συμφωνίας ώστε να αποφευχθεί νέα εμπορική κρίση.
Αντίθετα, η Γαλλία και άλλες πιο επιφυλακτικές χώρες εμφανίζονται πιο προσεκτικές απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις, επιμένοντας στην ανάγκη ισχυρότερων εγγυήσεων και ασφαλιστικών δικλείδων πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας.
Η αμερικανική πίεση παραμένει πάντως έντονη. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ Άντριου Πάζντερ μιλώντας στο Bloomberg προειδοποίησε ότι οι δασμοί 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα θα μπορούσαν να επιβληθούν «σχετικά σύντομα» εάν δεν υπάρξει ταχεία πρόοδος στις διαπραγματεύσεις, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο συνολικής επανεξέτασης της συμφωνίας.
Η συμφωνία είχε επιτευχθεί στις 27 Ιουλίου 2025 στο Turnberry της Σκωτίας, μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, με αντικείμενο τους δασμούς και τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών.
Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε δύο νομοθετικές προτάσεις για την εφαρμογή των δασμολογικών πτυχών της συμφωνίας. Η πρώτη προβλέπει προνομιακή πρόσβαση αμερικανικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ η δεύτερη επεκτείνει το υφιστάμενο καθεστώς μηδενικών δασμών για ορισμένες εισαγωγές αστακού από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή για την ευρωπαϊκή οικονομία, με τις Βρυξέλλες να ανησυχούν για τις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και την αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.