Κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η τελευταία τάση στις στρατιωτικές υποθέσεις αλλά και στη συζήτηση περί των κατευθύνσεων της υψηλής τεχνολογίας λάμβανε ως δεδομένη την εκτίμηση ότι η αυξανόμενη αυτοματοποίηση και ψηφιοποίηση του πολέμου θα σηματοδοτήσει την υποχώρηση του ανθρώπινου παράγοντα – τουλάχιστον στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων.
Αρκεί κανείς να θυμηθεί τα Predator και Reaper που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τις ΗΠΑ μέσα στη δεκαετία του 2000 – κυρίως στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Επρόκειτο για μεγάλα (8 και 11 μέτρα πλάτος) πολυδάπανα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η λειτουργία των οποίων απαιτούσε ένα ολόκληρο απομακρυσμένο κέντρο ελέγχου με χειριστές, ελεγκτές δεδομένων πτήσης, πυροβολητές κ.ά.
Οι επιχειρήσεις τους κατέλαβαν την φαντασία του κοινού, καθώς προβλήθηκαν σαν εκφάνσεις ενός υπερεξειδικευμένου εικονικού πολέμου που έρχεται, και ο οποίος χάνει την αμεσότητά του μέσα στα κέντρα ελέγχου και τη μεσολάβηση της τεχνολογίας. Θυμάται κανείς εξ άλλου τον τρόπο που αναπαριστούσε το Χόλιγουντ τη νέα αυτή μορφή του πολέμου, στις ταινίες της εποχής, ή την κριτική που άρθρωνε το αντιπολεμικό κίνημα απέναντι στην αμερικανική μονοπολικότητα, που με την ασύγκριτη στρατιωτική της υπεροχή εξαπέλυε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας απέναντι στις φυλές του Αφγανιστάν, ή τους νεαρούς αντάρτες που επιχειρούσαν με τα καλάσνικοφ στις παραγκουπόλεις της Βαγδάτης.
Αξίζει να αντιπαραβάλουμε εκείνες τις εικόνες με τις σημερινές, των μαχητών της Ουκρανίας που, την ίδια στιγμή που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, πατεντάρουν τροποποιήσεις στα φθηνά εμπορικά ντρόουνς και το λογισμικό τους, μετατρέποντάς τα σε έναν αποφασιστικό πόρο για την άμυνα εναντίον του Ρώσου εισβολέα.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο: η Ουκρανία, εκμεταλλευόμενη αυτά ακριβώς τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η σύμφυση υψηλών τεχνολογιών και της ανθρώπινης επινοητικότητας και πρωτοβουλίας, κατάφερε να επιτύχει ναυτική υπεροχή στη Μαύρη Θάλασσα δίχως ναυτικό. Η πιο εμβληματική στιγμή αυτής της εποποιΐας υπήρξε η βύθιση της ναυαρχίδας του ρωσικού στόλου στη Μαύρη Θάλασσα, του καταδρομικού Μόσκβα – που είναι και το μεγαλύτερο πλοίο που έχει βυθιστεί σε ναυμαχία μετά το Β΄ Παγκόσμιου πόλεμο.
Η επιχείρηση που το κατέβαλε έχει τη δική της σημασία για την ισορροπία και τη συμβίωση του ανθρώπινου με το τεχνολογικό στοιχείο στις σύγχρονες μορφές του πολέμου.
Το Μόσκβα νικήθηκε από κατώτερα και αρκετά φθηνότερα τεχνολογικά μέσα, στο πλαίσιο μιας επιχείρησης που αξιοποίησε τις πληροφορίες εντοπισμού που παρείχε το ΝΑΤΟ, τα τουρκικά ντρόουνς Μπαϊρακτάρ, τα οποία έδρασαν για την παραπλάνηση και την ανάλωση των αμυντικών συστημάτων του πλοίου, για να ακολουθήσει μια πυραυλική επίθεση από στεριάς και να προκαλέσει στο σκάφος ανεπανόρθωτες βλάβες. Αν και με νατοϊκή υποστήριξη σε ό,τι αφορά στον διαμοιρασμό των πληροφοριών, το καθοριστικό ήταν η σύλληψη και ο συντονισμός, που οδήγησε στον αιφνιδιασμό των αντιπάλων, καθώς οι Ρώσοι είχαν συνηθίσει στις ουκρανικές επιθέσεις των ιπτάμενων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, και δεν περίμεναν ότι αυτήν την φορά εκείνες θα ήταν ένας απλός αντιπερισπασμός για κάτι άλλο που θα έλθει, και το οποίο δεν είχε ξαναγίνει.
Το ανώτερο, επομένως, από τη σκοπιά της πρωτοβουλίας και της ευρηματικότητας ανθρώπινο κεφάλαιο είναι το στοιχείο που διαδραματίζει ακόμα τον αποφασιστικό ρόλο στην τροπή που παίρνει μια σύγκρουση. Και η περίφημη «τεχνολογική επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις», η οποία συντελείται στις μέρες μας, συνδυάζεται και διαχέεται σ’ ένα περιβάλλον υψηλής κοινωνικής κινητοποίησης και πολεμικής συμμετοχής. Οπωσδήποτε, δεν σηματοδοτεί την οριστική αναδίπλωση των μαζών στο περιθώριο της ιστορίας, όπως είχε παλαιότερα υποτεθεί.
Το βάθος της κοινωνικής συμμετοχής
Σε αυτήν την εξέλιξη κεντρικό ρόλο θα διαδραματίσει η ίδια η κοινωνική ενεργητικότητα της Ουκρανίας, η οποία χτίζεται σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες, έχοντας πάντα ως σημείο αναφοράς της την απαγκίστρωση από τον “ρωσικό κόσμο” και τα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που φέρνει η επιρροή του: η “Πορτοκαλί Επανάσταση” (2004-2005), η οποία αδίκως διασύρεται ως εντελώς ξενόφερτη και ξενοκίνητη, η “Επανάσταση του Μαϊντάν” (χειμώνας 2013-2014) υπήρξαν κομβικές στιγμές για την κλιμάκωση της κοινωνικής ενεργοποίησης, και ήταν κινήματα που περιστρέφονταν γύρω από τα ίδια αιτήματα, την καταπολέμηση της διαφθοράς, και των ολιγαρχών, την καταγγελία υπονόμευσης του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής διαδικασίας, καθώς και της ξένης επέμβασης που βρίσκεται πίσω από αυτά τα φαινόμενα, και τα οποία κρατούσαν με το ζόρι τη χώρα μέσα σε ένα μετασοβιετικό τέλμα.
Η αδυναμία του πολιτικού συστήματος – ακόμα και των μη ελεγχόμενων από την Ρωσία δυνάμεων
Η προϊούσα αδυναμία του πολιτικού συστήματος να υπερβεί αυτές τις παθογένειες –που είναι «κλασικές», εξ άλλου για τον μετασοβιετικό κόσμο– δημιουργεί μια παράδοση έντονης συμμετοχής της κοινωνίας, και μιας αντίληψης που σταδιακά κατασταλάζει εντός της ότι, εν τέλει, ο θεματοφύλακας της ουκρανικής ανεξαρτησίας είναι μόνον η ίδια.
Ένα εθνικό κίνημα γεννιέται μέσα από τα κοινωνικά κινήματα το οποίο, με το πέρασμα των χρόνων, και την κλιμάκωση των προσπαθειών της Ρωσίας να κρατήσει με το ζόρι την Ουκρανία υπό την δική της επιρροή, διευκρινίζει ακόμα περισσότερο τα στοιχεία της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας.[1]
Με την επανάσταση του Μαϊντάν (Χειμώνας 2013-Άνοιξη 2014), και κυρίως με την επέμβαση των Ρώσων στην Κριμαία και το Ντονμπάς, συμβαίνει ένα ποιοτικό άλμα. Το δυναμικό που τροφοδοτούσε και στήριζε την επανάσταση του Μαϊντάν καλείται πλέον να απαντήσει στην κλιμάκωση που επιχειρούν οι Ρώσοι και τη διπλή πρόκληση που εκείνη θέτει, ταυτόχρονα στρατιωτική και ανθρωπιστική.
Ούτως ή άλλως, ο εγκάθετος της Μόσχας, Γιανουκόβιτς, έχει αφήσει τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις σε άθλια κατάσταση –σε αντίθεση με την αστυνομία, και ιδίως τις υπηρεσίες που επιφορτίζονται με την παρακολούθηση της αντιπολίτευσης τις οποίες φροντίζει ιδιαίτερα.
Στην κοινωνική πρωτοβουλία, επομένως, πέφτει το βάρος αφ’ ενός να σώσει ό,τι σώζεται από την Ανατολική Ουκρανία, που κινδυνεύει από τις μασκαρεμένες ως «λαϊκές δημοκρατίες» παραστρατιωτικές ομάδες στο Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ, αφ’ ετέρου να οργανώσει την υποδοχή και την εγκατάσταση των περίπου 1,7 εκ. Ουκρανών, που διέφυγαν από τις κατεχόμενες περιοχές στις ελεύθερες.
Είναι η εποχή που η αυτοοργάνωση κλιμακώνεται. Σύμφωνα με έρευνες που διεξήχθησαν, το 2014, το 13% του συνολικού πληθυσμού δηλώνει ότι έχει ακτιβιστική δραστηριότητα. την ίδια χρονιά, το 38% της ουκρανικής κοινωνίας δηλώνει ότι συνεισέφερε σε χρήμα ή σε είδος για κάποιο εθελοντικό δίκτυο – χαρακτηριστικά, το ίδιο ποσοστό ήταν 8% και 9% το 2008 και το 2009. Περίπου 20 μαζικότατες οργανώσεις ιδρύονται για να συνδράμουν στη στρατιωτική κατάσταση στο μέτωπο της Ανατολικής Ουκρανίας (βλ. το γράφημα για ένα παράδειγμα οργάνωσης του δικτύου εθελοντών του Λβιβ στη δυτική Ουκρανία).
Ενώ, εξίσου χαρακτηριστική για την έμφαση που δίνει στην αξία της αυτοοργάνωσης η ουκρανική κοινωνία είναι ότι, το 2016 και αφού η χώρα έχει καταφέρει να ξεμπερδέψει από τον Γιανουκόβιτς, μόλις το 24,3% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον θεσμό του προέδρου, ενώ ένα 37,5% αφορά στην εμπιστοσύνη στις τοπικές κυβερνήσεις. αντίθετα, το 63,7% της κοινωνίας δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους εθελοντές.[2]
Το υπόβαθρο κοινωνικής κινητοποίησης που χτίζεται στην ουκρανική κοινωνία, σταδιακά, μέσα από τις (αιματηρές) περιπέτειες της απαγκίστρωσης από τον ρωσικό κόσμο, μας βοηθάει να καταλάβουμε δύο πράγματα.
Πρώτον, τον πραγματικό λόγο για τον οποίον η ρωσική προπαγάνδα με τόση οξύτητα μιλούσε και μιλάει για “ναζιστικοποίηση” “τάγματα Αζόφ” κ.λπ. Ακριβώς για να συγκαλύψει το γεγονός ενός μαζικού στη βάση εθνικού κοινωνικού κινήματος και να το διασύρει, διότι η ύπαρξή του τινάζει στον αέρα κάθε ρωσικό ισχυρισμό.
Δεύτερον, την προπαρασκευή που είχε συντελεστεί έτσι ώστε, μετά την 24η Φεβρουαρίου 2022, ο παράγοντας “κοινωνία” να σπεύσει στο πλευρό του ουκρανικού στρατού, να τον υποκαταστήσει εν μέρει στα κενά εκείνων των πρώτων, κρίσιμων εβδομάδων που οι Ρώσοι φαινόταν να προελαύνουν προς το Κίεβο, ματαιώνοντας τα σχέδιά τους.
Γνωρίζουμε σήμερα το πόσο καθοριστική υπήρξε η συμβολή της ακαριαίας στράτευσης των απλών ανθρώπων στις πολιτοφυλακές, ιδίως στις μάχες που έσωσαν το Κίεβο.[3]
Οι ίδιοι απλοί άνθρωποι, δηλαδή άνθρωποι δίχως πρότερη στρατιωτική εμπειρία, είναι εκείνοι που δίνουν σάρκα και οστά στην επανάσταση που συντελείται στις στρατιωτικές υποθέσεις. Τη δική τους μαστορική είναι που εκμεταλλεύεται ο ουκρανικός στρατός σε σχέση με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Οι οργανωτικές τους καινοτομίες είναι που ενσωματώνονται στη διοίκηση.
Το παραγωγικό πλεονέκτημα του αντιπάλου επιχειρείται να ισοσταθμιστεί με τη διάχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων κατασκευής των ντρόουνς αυτών μέσα στην κοινωνία. Νέα συνεργατικά σχήματα δοκιμάζονται στο πλαίσιό τους – ιδιωτικές επιχειρήσεις συμβάλλονται με τις ένοπλες δυνάμεις, ενώ, ισχυρές εθελοντικές ομάδες και οργανώσεις συνεισφέρουν σε ανθρώπινο δυναμικό. Με αυτόν τον τρόπο, όπως δηλώνει ο Κώστας Ντονούκης στη συνέντευξή του, «η άμυνα γίνεται υπόθεση ολόκληρου του έθνους», που σημαίνει ότι η ιδιωτική οικονομία, η κοινωνία των πολιτών και το κράτος στοχοπροσηλώνονται στην επιταγή της άμυνας/απόκρουσης από τον κατακτητή.
[1] Volodymyr Kulyk, “National Identity in Ukraine: Impact of Euromaidan and the War”,Europe-Asia Studies, n. 68 vol. 4 (2016), σσ. 588-608.
[2] Susann Worschech, “New Civic Activism in Ukraine: Building Society from Scratch”, Kyiv-Mohyla Law and Politics Journal, 3 (2017), σσ. 23–45.
[3] James Marson, “The Ragtag Army that Won the Battle of Kiev and saved Ukraine”, The Wall Street Journal, 20 Σεπτεμβρίου 2022.