Κάποτε ήταν ένα μικρό ελικόπτερο στα χέρια χομπιστών. Σήμερα είναι κάμερα, αισθητήρας, διασώστης, ερευνητής, φύλακας, αλλά και εκρηκτικός μηχανισμός. Τα drones δεν είναι πια απλώς μια ιπτάμενη συσκευή. Είναι η τεχνολογία που έφερε τον ουρανό, τη θάλασσα και το πεδίο της μάχης σε μια οθόνη χειριστή.
Το αντικείμενο που εντοπίστηκε στη Λευκάδα δεν είναι απλώς μια περίεργη είδηση του αστυνομικού δελτίου. Είναι μια εικόνα από το μέλλον που ήδη ζούμε. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, οι ελληνικές αρχές ερευνούν θαλάσσιο drone που φέρεται να έφερε περίπου 100 κιλά εκρηκτικών, ενώ στην υπόθεση έχουν εμπλακεί πυροτεχνουργοί του Πολεμικού Ναυτικού. Αναφορές κάνουν λόγο για κάμερα υψηλής ανάλυσης και στοιχεία που πιθανόν συνδέονται με GPS.
Η Λευκάδα, λοιπόν, γίνεται η αφορμή για να δούμε το μεγάλο κάδρο. Γιατί η εποχή των drones δεν είναι μόνο εναέρια. Είναι και θαλάσσια. Είναι χερσαία. Είναι υπόγεια, επιστημονική, πολιτική, στρατιωτική. Κυρίως όμως είναι εναέρια, γιατί από εκεί ξεκίνησε η μαζική φαντασία: από το μικρό ιπτάμενο «παιχνίδι» που μπορούσε να σηκωθεί πάνω από μια αυλή, ένα χωράφι, μια παραλία, μια φωτιά. Μόνο που το παιχνίδι μεγάλωσε. Και μαζί του μεγάλωσε και η ανησυχία.
Από τον χομπίστα στον χειριστή
Για τον μέσο πολίτη, το drone εμφανίστηκε σχεδόν αθώα. Ένα μικρό τετρακόπτερο, μια κάμερα στον αέρα, ένα gadget για εντυπωσιακά πλάνα γάμων, διακοπών, αθλητικών αγώνων, βουνών και νησιών. Στην πραγματικότητα, όμως, η ιδέα του μη επανδρωμένου ιπτάμενου μέσου είναι πολύ παλαιότερη.
Το πρώτο ελεγχόμενο μη επανδρωμένο αεροσκάφος που συχνά αναφέρεται στην ιστορία των drones ήταν το βρετανικό Aerial Target του Δρ. Archibald Low, το οποίο δοκιμάστηκε το 1917, μέσα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν ήταν παιχνίδι. Ήταν στρατιωτικό πείραμα. Την ίδια εποχή, στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε και το Kettering Bug, μια πρώιμη μορφή ιπτάμενης βόμβας.
Άρα η αλήθεια είναι κάπως παράδοξη: το drone δεν γεννήθηκε πρώτα ως παιχνίδι και μετά έγινε όπλο. Γεννήθηκε ως στρατιωτική ιδέα, πέρασε δεκαετίες ως στόχος εκπαίδευσης, εργαλείο παρατήρησης και τηλεκατευθυνόμενο μοντέλο, και πολύ αργότερα μπήκε στα σπίτια ως καταναλωτικό προϊόν.
Το μεγάλο άλμα προς το κοινό έγινε όταν η τεχνολογία των μπαταριών, των μικρών αισθητήρων, του GPS, των καμερών και των smartphones έκανε εφικτό αυτό που παλαιότερα ήθελε τεχνικές γνώσεις και ακριβά εξαρτήματα: ένα έτοιμο προς πτήση drone.
Το 2010 το Parrot AR.Drone έφερε το τετρακόπτερο πιο κοντά στο ευρύ κοινό. Το 2013, όμως, το DJI Phantom έγινε το σύμβολο της νέας εποχής. Η DJI το παρουσίασε ως έτοιμο προς πτήση, δορυφορικά πλοηγούμενο καταναλωτικό quadcopter, σε μια εποχή που μέχρι τότε τέτοιες κατασκευές αφορούσαν κυρίως επαγγελματίες και πολύ προχωρημένους χομπίστες.
Αν ψάχνουμε «ποιος ανακάλυψε το παιχνίδι», η απάντηση δεν είναι ένας άνθρωπος. Η τεχνολογία των drones είναι αποτέλεσμα πολλών εφευρέσεων: τηλεχειρισμός, γυροσκόπια, GPS, μπαταρίες λιθίου, μικροκάμερες, λογισμικό σταθεροποίησης. Αν όμως μιλάμε για το drone όπως το γνώρισε ο κόσμος, το μικρό, λευκό, σταθερό, εύκολο στη χρήση τετρακόπτερο, τότε το DJI Phantom ήταν η συσκευή που το έκανε μαζικό φαινόμενο.
Το καλό πρόσωπο: φωτιές, πλημμύρες, διασώσεις
Η πιο χρήσιμη πλευρά των drones βρίσκεται στην καθημερινότητα. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να πάει γρήγορα, με ασφάλεια ή με χαμηλό κόστος, το drone μπορεί να πετάξει.
Στις φωτιές δίνει εικόνα σε πραγματικό χρόνο. Εντοπίζει εστίες, θερμά σημεία, κατευθύνσεις ανέμου, εγκλωβισμένους ανθρώπους. Στις πλημμύρες μπορεί να πετάξει πάνω από δρόμους που έχουν κοπεί, ποτάμια που έχουν φουσκώσει, σπίτια που έχουν απομονωθεί. Σε σεισμούς, κατολισθήσεις και βιομηχανικά ατυχήματα μπορεί να πάει εκεί όπου το ανθρώπινο βήμα είναι επικίνδυνο.
Η αμερικανική FAA σημειώνει ότι τα μη επανδρωμένα συστήματα αλλάζουν την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών, προσφέροντας άμεση επιχειρησιακή εικόνα, εντοπισμό θερμών σημείων και ασφαλέστερες επιχειρήσεις σε επικίνδυνα περιβάλλοντα.
Στην επιστήμη, τα drones μετρούν διάβρωση ακτών, παρακολουθούν θαλάσσια θηλαστικά, χαρτογραφούν δάση, καταγράφουν καλλιέργειες, ελέγχουν ηφαίστεια, παγετώνες, ρύπανση και αρχαιολογικούς χώρους. Στην πολιτική προστασία μπορούν να λειτουργήσουν ως το μάτι που προηγείται του διασώστη.
Στην αστυνομική και διοικητική επιτήρηση, από την άλλη, τα πράγματα είναι πιο λεπτά. Drones μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό παράνομων δραστηριοτήτων, για επιτήρηση συνόρων, για έλεγχο μεγάλων συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων ή αθλητικών γεγονότων. Εκεί αρχίζει η δύσκολη συζήτηση: ασφάλεια ή παρακολούθηση; Προστασία ή περιορισμός ελευθεριών; Το drone δεν έχει ηθική. Η χρήση του έχει.
Η θάλασσα μπήκε στο παιχνίδι
Τα θαλάσσια drones είναι λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό, αλλά πλέον έχουν τεράστια σημασία. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ωκεανογραφικές μετρήσεις, χαρτογραφήσεις βυθού, έρευνα ναυαγίων, έλεγχο ρύπανσης, επιτήρηση λιμανιών, ακόμα και για στρατιωτικές αποστολές.
Στον πόλεμο της Ουκρανίας είδαμε θαλάσσια drones να χρησιμοποιούνται εναντίον πλοίων και ναυτικών εγκαταστάσεων. Το μάθημα ήταν σαφές: ένα σχετικά μικρό, δύσκολα εντοπίσιμο και συγκριτικά φθηνό μη επανδρωμένο σκάφος μπορεί να απειλήσει στόχους που κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια.
Γι’ αυτό η υπόθεση της Λευκάδας δεν διαβάζεται μόνο ως τοπικό περιστατικό. Διαβάζεται ως προειδοποίηση. Όταν ένα αυτόνομο ή τηλεχειριζόμενο θαλάσσιο μέσο μπορεί να κινηθεί κοντά σε ακτές, λιμάνια, πλοία ή υποδομές, τότε η ασφάλεια δεν αφορά πια μόνο τον αέρα.
Αφορά και την επιφάνεια της θάλασσας.
Πότε έγινε όπλο;
Αν μιλάμε ιστορικά, η στρατιωτική λογική υπήρχε από την αρχή. Τα πρώτα μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναπτύχθηκαν σε πολεμικό περιβάλλον. Αν όμως μιλάμε για το σύγχρονο οπλισμένο drone, το σημείο καμπής είναι το αμερικανικό MQ-1 Predator.
Το Predator ξεκίνησε ως πλατφόρμα επιτήρησης. Έβλεπε από ψηλά, μετέδιδε εικόνα, έδινε πληροφορίες. Μετά οπλίστηκε με πυραύλους Hellfire. Η πρώτη χρήση οπλισμένου Predator καταγράφεται στις αρχές της δεκαετίας του 2000, με αναφορές για επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν το 2001-2002 και πλήγματα που σημάδεψαν την έναρξη της εποχής των στοχευμένων επιθέσεων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Υπήρχαν βέβαια και παλαιότερα οπλισμένα ή στρατιωτικά drones. Το αμερικανικό QH-50 DASH, ένα τηλεχειριζόμενο ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο του Ψυχρού Πολέμου, πέταξε για πρώτη φορά το 1959 και μπήκε σε υπηρεσία το 1963, μεταφέροντας ανθυποβρυχιακά όπλα από πλοία που δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν κανονικό ελικόπτερο.
Άρα η πιο σωστή απάντηση είναι διπλή. Ο Archibald Low συνδέεται με τα πρώτα ελεγχόμενα drones του 1917, το QH-50 DASH με πρώιμη επιχειρησιακή οπλισμένη χρήση σε ναυτικό περιβάλλον, και το MQ-1 Predator με τη σύγχρονη εποχή του οπλισμένου drone που βλέπει, αποφασίζει μέσω χειριστή και χτυπά.
Το φθηνό όπλο που αλλάζει τον πόλεμο
Το drone άλλαξε τον πόλεμο για έναν απλό λόγο: έριξε το κόστος εισόδου.
Ένας βαλλιστικός πύραυλος, ένα μαχητικό αεροσκάφος, ένα σύστημα αεράμυνας ή ένας πύραυλος αναχαίτισης κοστίζουν ακριβά. Ένα drone αυτοκτονίας, ένα λεγόμενο loitering munition ή one-way attack drone, μπορεί να κοστίζει κλάσμα αυτών των ποσών.
Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το ιρανικό Shahed-136, που χρησιμοποιήθηκε μαζικά από τη Ρωσία στην Ουκρανία και, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, έχει βρεθεί στο επίκεντρο των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Οι εκτιμήσεις για το κόστος του κυμαίνονται συχνά από 20.000 έως 50.000 δολάρια ανά μονάδα, αν και το ακριβές κόστος παραγωγής δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από το Ιράν.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο Shahed-136 δείχνουν γιατί έγινε τόσο σημαντικό: ταχύτητα περίπου 180-185 χλμ./ώρα, εμβέλεια που σε διάφορες εκτιμήσεις φτάνει από περίπου 1.000 έως και 2.500 χιλιόμετρα, και εκρηκτική κεφαλή που συχνά αναφέρεται γύρω στα 40-60 κιλά, με διαφοροποιήσεις ανά έκδοση.
Δεν είναι γρήγορο όπως ένας πύραυλος. Δεν είναι αόρατο όπως ένα stealth αεροσκάφος. Δεν είναι άτρωτο. Αλλά είναι αρκετά φθηνό, αρκετά απλό και αρκετά μαζικό ώστε να κουράζει την άμυνα του αντιπάλου. Και σε κάποιες περιπτώσεις να μπορεί να πετάει σε ύψος που δεν εντοπίζεται από τα ραντάρ.
Αυτό είναι το νέο δόγμα: δεν χρειάζεται πάντα να νικήσεις την αεράμυνα με ένα υπερόπλο. Μπορείς να την εξαντλήσεις με πολλά φθηνά όπλα.
Το μέγεθος της απειλής
Τα drones δεν είναι όλα ίδια. Υπάρχουν μικρά εμπορικά quadcopters που χωρούν σε σακίδιο. Υπάρχουν επαγγελματικά drones με θερμικές κάμερες. Υπάρχουν μεγάλα στρατιωτικά UAV με άνοιγμα πτερύγων αεροσκάφους. Υπάρχουν θαλάσσια drones χαμηλού προφίλ που κινούνται σαν μικρές βάρκες χωρίς πλήρωμα. Υπάρχουν kamikaze drones που εκτοξεύονται, ταξιδεύουν και πέφτουν πάνω στον στόχο τους.
Ένα εμπορικό drone μπορεί να πετάξει για 20-40 λεπτά. Ένα στρατιωτικό UAV μπορεί να μείνει στον αέρα για ώρες ή και πάνω από ένα 24ωρο. Ένα Shahed-136 δεν είναι «γρήγορο» με όρους αεροπορίας, αλλά με περίπου 185 χλμ./ώρα και μεγάλη εμβέλεια μπορεί να διανύσει τεράστιες αποστάσεις.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο η ταχύτητα. Είναι ο συνδυασμός: χαμηλό κόστος, μαζική παραγωγή, δυνατότητα πτήσης χαμηλά, προγραμματισμένη πορεία, GPS, κάμερες, αισθητήρες, και πλέον τεχνητή νοημοσύνη.
Το drone του μέλλοντος δεν θα είναι απλώς τηλεχειριζόμενο. Θα είναι όλο και πιο αυτόνομο.
Το ίδιο εργαλείο, δύο κόσμοι
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση. Το ίδιο τεχνολογικό οικοσύστημα μπορεί να σώσει έναν εγκλωβισμένο σε πλημμύρα και να οδηγήσει εκρηκτικά σε στόχο. Μπορεί να εντοπίσει μια αναζωπύρωση σε δάσος και να παρακολουθήσει μια διαδήλωση. Μπορεί να χαρτογραφήσει έναν αρχαιολογικό χώρο και να μετατραπεί σε φθηνό όπλο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια τεχνολογία έχει διπλή χρήση. Το ίδιο έγινε με το ίντερνετ, τους δορυφόρους, την πυρηνική ενέργεια, την τεχνητή νοημοσύνη. Αλλά στα drones η διπλή χρήση είναι σχεδόν ορατή με γυμνό μάτι. Το βλέπεις να πετά πάνω από μια παραλία και το βλέπεις να πέφτει πάνω σε μια βάση.
Από παιχνίδι σε εργαλείο. Από εργαλείο σε σύστημα επιτήρησης. Από σύστημα επιτήρησης σε όπλο. Η διαδρομή ήταν σύντομη.
Η εποχή των drones είναι ήδη εδώ. Στα χωράφια, στις φωτιές, στις πλημμύρες, στα πανεπιστήμια, στα εργαστήρια, στα λιμάνια, στις διαδηλώσεις, στα σύνορα, στους πολέμους.
Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι τα drones έγιναν όπλα. Είναι ότι έγιναν τόσο εύκολα όπλα.