Του Καθηγητή Μιχάλη Χουρδάκη, βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης με το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
*
Στην εξωτερική πολιτική δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιο είναι το δίκιο μας. Πρέπει να μπορούμε και να το υπερασπιζόμαστε αποτελεσματικά, εκεί όπου διαμορφώνονται οι αποφάσεις. Οι τελευταίες εξελίξεις στη Λιβύη αναδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη.
Στις 6 Οκτωβρίου, η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης εξέλεξε νέο πρόεδρο, τον Αλ Σαλχίν Αμπντελναμπί αλ Ομπεϊντί, τερματίζοντας τη δωδεκαετή προεδρία του Αγκίλα Σάλεχ. Ο τελευταίος αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας, ενώ η αλλαγή συνδέεται από αναλυτές με την αυξανόμενη επιρροή του Σαντάμ Χαφτάρ.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ο νέος πρόεδρος ήταν μέχρι πρόσφατα επικεφαλής της κοινοβουλευτικής επιτροπής φιλίας Λιβύης–Τουρκίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αποφασιστεί κάποια αλλαγή στάσης. Σημαίνει, όμως, ότι μεταβάλλονται οι πολιτικές ισορροπίες σε ένα κοινοβούλιο το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει κυρώσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Και αυτή η εκκρεμότητα δεν είναι δευτερεύουσα. Είναι κρίσιμο στοιχείο για τις ελληνικές επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία έχει αντιληφθεί εδώ και καιρό τη σημασία της Λιβύης. Στις 11 και 12 Αυγούστου, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επισκέφθηκε τόσο την Τρίπολη όσο και τη Βεγγάζη, συναντώντας, μεταξύ άλλων, τον Χαλίφα και τον Σαντάμ Χαφτάρ, καθώς και τον τότε πρόεδρο της Βουλής. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται σε διπλωματικές δηλώσεις. Καλλιεργεί σχέσεις και με τα δύο κέντρα εξουσίας, επενδύει πολιτικό κεφάλαιο και επιδιώκει να επηρεάζει τις εξελίξεις. Ανεξάρτητα από τις εκτιμήσεις για τον ρόλο της στις πρόσφατες εσωτερικές ανακατατάξεις, η συστηματική παρουσία της είναι αδιαμφισβήτητη.
Η Ελλάδα δεν είναι απούσα. Ο υπουργός Εξωτερικών εγκαινίασε τον Μάρτιο το νέο κτίριο του Γενικού Προξενείου στη Βεγγάζη και συναντήθηκε με τον Χαλίφα Χαφτάρ, ενώ ο Αγκίλα Σάλεχ φιλοξενήθηκε στην Αθήνα, και από το 2025 διεξάγονται τεχνικές συνομιλίες με την Τρίπολη για την οριοθέτηση, ενώ στις 15 Οκτωβρίου έγινε νέος γύρος διαβουλεύσεων με την Αίγυπτο ειδικά για τη Λιβύη. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν έχουμε επαφές. Είναι αν έχουμε στρατηγική ικανή να επηρεάσει το αποτέλεσμα και αν η ένταση της κινητοποίησής μας είναι ανάλογη με το διακύβευμα.
Μια ενδεχόμενη κύρωση από τη λιβυκή Βουλή δεν θα καθιστούσε το μνημόνιο νόμιμο έναντι της Ελλάδας. Η πάγια θέση της ΕΕ είναι ότι παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για αυτά. Θα ενίσχυε όμως σημαντικά την εσωτερική λιβυκή νομιμοποίησή του και θα έδινε στην Άγκυρα νέο πολιτικό και διπλωματικό επιχείρημα. Αντίστροφα, η σαφής απόρριψή του δεν θα έλυνε αυτομάτως τις διαφορές, θα αφαιρούσε όμως ένα μεγάλο εμπόδιο και θα επανέφερε στο κέντρο τη διμερή οριοθέτηση Ελλάδας-Λιβύης με βάση το Διεθνές Δίκαιο
Για αυτό χρειάζονται κατά ελάχιστον τρεις κινήσεις.
Πρώτον, πολιτική και κοινοβουλευτική παρουσία υψηλού επιπέδου και στις δύο λιβυκές «πρωτεύουσες», με σταθερό διάλογο με τη νέα ηγεσία της Βουλής και με τα κέντρα όπου λαμβάνονται πράγματι οι αποφάσεις.
Δεύτερον, στενότερος συντονισμός με την Αίγυπτο και την Ιταλία, που έχει ήδη καταθέσει στον ΟΗΕ δική της ρηματική διακοίνωση για τις μονομερείς θαλάσσιες διεκδικήσεις της Τρίπολης.
Τρίτον, πραγματική ευρωπαϊκοποίηση του ζητήματος: συνεργασία, επενδύσεις και ευρωπαϊκή στήριξη για μια Λιβύη που σέβεται το Διεθνές Δίκαιο, αλλά και ορατό κόστος για όσους αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα κράτους-μέλους, χωρίς να ωθήσουμε τη Βεγγάζη στην αγκαλιά της Άγκυρας.
Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ευρωβουλευτές μας έχουν θέσει στην Κομισιόν και στην Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ την αρχή της αιρεσιμότητας στη συνεργασία με τη Λιβύη, καθώς και την εξέταση στοχευμένων μέτρων. Προσωπικά, έχω επανειλημμένα αναδείξει μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου τις τουρκικές αξιώσεις που στηρίζονται στο μνημόνιο, αλλά και τις επιπτώσεις τους σε στρατηγικά έργα, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου, χωρίς να έχω λάβει επαρκείς απαντήσεις.
Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στην επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, όσο ισχυρές κι αν είναι οι ελληνικές θέσεις. Απαιτεί πρόβλεψη, συμμαχίες, διπλωματική κινητικότητα και έγκαιρη παρέμβαση.
Η Βουλή, τα πολιτικά κόμματα και οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιο είναι το ελληνικό σχέδιο για τη Λιβύη. Γιατί στην εξωτερική πολιτική το να έχουμε δίκιο είναι αναγκαίο. Δεν είναι, όμως, πάντοτε αρκετό.