Ένα πρωί κι ενώ περίμενα να πάω σε μια σημαντική επαγγελματική συνάντηση, κάθισα σε ένα παγκάκι στην πλατεία και χάζευα τα περιστέρια. Ένα κοριτσάκι τα κυνηγούσε γελώντας κι εκείνα έφευγαν  μακριά. Τι τυχερά που είναι τα περιστέρια, σκέφτηκα. Πετάνε και φεύγουν όποτε θέλουν. Δεν χρειάζεται να κάνουν τους σοβαρούς στα επαγγελματικά ραντεβού και να χαμογελούν αμήχανα λέγοντας «μα ναι, φυσικά», όταν ακούνε ένα σωρό ανοησίες. Όπως καταλαβαίνετε, δεν συμπαθώ τη δουλειά μου και καταπίνω συχνά τον θυμό μου.

Ξαφνικά με πλησίασε ένας περίεργος ηλικιωμένος με λευκή γενειάδα  και μακριά μαλλιά. Aναρωτήθηκα αν πεινούσε και σκέφτηκα να του αγοράσω έστω μια τυρόπιτα. Όταν ήρθε πιο κοντά, είδα με έκπληξη ότι φορούσε αρχαιοελληνικό χιτώνα.

Advertisement
Advertisement

«Με συγχωρείτε, πρέπει να μιλήσω σε κάποιον», μου είπε.

Αναρωτήθηκα αν ήταν ηθοποιός που έφυγε ξαφνικά από την πρόβα, γιατί μάλωσε με τον σκηνοθέτη και θα ζητούσε τσιγάρο για να ηρεμήσει.

«Πρέπει να με βοηθήσετε…», μου είπε διστακτικά.

«Τι θα θέλατε;», τον ρώτησα και κοίταξα το ρολόι μου. Δεν είχα πολύ χρόνο.

«Μπορεί να σας φανεί παράξενο αυτό που θα σας πω, αλλά είμαι ο Οδυσσέας.»

«Επίθετο;», τον ρώτησα.

Advertisement

«Εἰμ’ Ὀδυσεὺς Λαερτιάδηςὃς πᾶσι δόλοισιν. Δεν έχω επίθετο. Είμαι ο Οδυσσέας του Ομήρου.»

Επειδή έχω συνηθίσει να μου συμβαίνουν παράξενα πράγματα τελευταία, τον πίστεψα σχετικά γρήγορα. Ο ομηρικός βασιλιάς άρχισε να μου λέει τον πόνο του.

«Ακούστε, δεν είχα καμία διάθεση να φύγω από τον γλυκό κόσμο της αιωνιότητας και του μύθου, αλλά έμαθα κάτι φοβερό. Κάποιος εδώ τελευταία μιλούσε πολύ για την Ιθάκη. Και την παρουσίαζε διαφορετικά. Έλεγε ότι είναι μια νέα αρχή…»

Advertisement

«Ναι, συμβαίνουν πολλά στην πολιτική μας σκηνή», είπα εγώ σηκώνοντας τους ώμους αδιάφορα.

«Όμως, αυτό δεν είναι σωστό. Η Ιθάκη ήταν το τέλος. Εγώ πέρασα τόσες δοκιμασίες, ξεγέλασα τους Κύκλωπες και τους Λαιστρυγόνες, τη μάγισσα Κίρκη, δεν υπέκυψα στις δελεαστικές Σειρήνες. Κατέληξα στο νησί μου επιτέλους και ηρέμησα. Και πώς τώρα η πατρίδα μου, η ανταμοιβή μου, έγινε η νέα αρχή μιας άλλης περιπέτειας;»

«Ναι, καταλαβαίνω τι λέτε, κύριε Οδυσσέα, αλλά ξέρετε στον 21ο αιώνα δεν δίνουν πολλή σημασία στην ακρίβεια των συμβόλων.»

Advertisement

«Όχι, δεν καταλαβαίνετε. Όσοι δέχονται την Ιθάκη ως κάποια αρχή, έχουν διαβάσει ποτέ την Οδύσσεια, έστω και σε παιδική έκδοση;»

«Δυστυχώς, σήμερα σχεδόν κανένας δεν διαβάζει τον Όμηρο, κύριε Οδυσσέα», του είπα. Καταλαβαίνω την οργή σας. Αλλά δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Η Ιθάκη έγινε σύμβολο επανεκκίνησης. Γυρίστε στην γλυκιά χώρα σας και κάντε σαν να μην συνέβη.»

«Για ποιον με περάσατε; Σκότωσα ολόκληρο Πολύφημο και αψήφησα τον Ποσειδώνα. Θα φοβηθώ τώρα αυτόν που παίζει με την Ιθάκη μου;  Και τέλος πάντων, ποιος είναι αυτός; Τι βαθμό πήρε στην Οδύσσεια, όταν φοιτούσε στο γυμνάσιο;», φώναξε με βροντερή φωνή ο ομηρικός βασιλιάς.

Advertisement

«Δεν έχουν σημασία οι βαθμοί στο σχολείο», προσπάθησα να τον ηρεμήσω γιατί ήταν εξαγριωμένος.

Advertisement

«Δεν παίρνουν καλούς βαθμούς οι σύγχρονοι μαθητές στην Οδύσσεια;», με ρώτησε και η οργή του έγινε θλίψη.

«Πολλοί σημερινοί μαθητές από το προνήπιο κάνουν ταυτόχρονα ταεκβοντό, φλογέρα, ρομποτική, ζαχαροπλαστική και γιόγκα. Πάνε στο γυμνάσιο τόσο κουρασμένοι, που όταν διδάσκονται την Οδύσσεια τους παίρνει ο ύπνος στο θρανίο.»

«Τι είναι το ταεκβοντό;», με κοίταξε με απορία.

Advertisement

«Αφήστε, άλλος πολιτισμός, πιο ανατολικά…», είπα.

«Κύριε, δεν σας καταλαβαίνω καθόλου. Η Ιθάκη συμβολίζει το τέλος. Τέλος. Με ποιο δικαίωμα την έκαναν νέα αρχή; Και τι έχει καταφέρει αυτός που πιάνει στο στόμα του την πατρίδα μου τόσο ασυλλόγιστα; Τύφλωσε τον Κύκλωπα; Ξέφυγε από τους Λωτοφάγους; Κατάφερε να μην γίνει γουρούνι;»

«Ξέρετε, υπήρξε ένας σπουδαίος Αλεξανδρινός ποιητής, που έγραψε ένα ποίημα για την Ιθάκη. Ίσως μπερδεύτηκε με αυτό», του είπα και πραγματικά είχε αρχίσει να με κουράζει η εμμονική του ανάγκη να βρει το δίκιο του.

«Οι ποιητές λένε ό,τι θέλουν και πληρώνουν το τίμημα.»

«Αυτό ισχύει», είπα και σκέφτηκα τον Αλεξανδρινό ποιητή που όσο ζούσε τον χλεύαζαν. Τώρα, όμως, τον έκαναν άγαλμα με παγκάκι. Σίγουρα αυτός που έγραψε για «την κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων» και ειρωνευόταν τους άρχοντες, θα ενθουσιαζόταν με την ημέρα των εγκαινίων.

«Τέλος πάντων, κύριε Οδυσσέα, πρέπει να φύγω», είπα τότε εκνευρισμένος. «Αν θέλετε τη συμβουλή μου, δεν θα βγάλετε άκρη στη σημερινή Ελλάδα. Ειδικά όσον αφορά στην πολιτική. Τα σύμβολα πέθαναν. Οι ήρωες χάθηκαν. Οι ποιητές κλαίνε κάτω από τα σκεπάσματα ή φλυαρούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.»

«Και τότε ποιος γράφει τα έπη;», ρώτησε έκπληκτος εκείνος.

«Έπος είναι σήμερα να κάνεις μια απαίσια δουλειά, όπως η δική μου, και να πρέπει μετά να πληρώσεις το ενοίκιο, που είναι μεγαλύτερο από τον μισθό σου, τη βενζίνη, το σούπερ μάρκετ και το ταεκβοντό», του απάντησα.

Ξαφνικά είδα το ρολόι. Τον αποχαιρέτισα κι έφυγα γρήγορα γιατί είδα με τρόμο πως είχε περάσει η ώρα και είχα ήδη αργήσει είκοσι λεπτά στο ραντεβού μου.

Άρχισα να τρέχω, αλλά λαχάνιασα και τότε συνειδητοποίησα ότι μάλλον δεν είχε νόημα να πάω στο ραντεβού. Αγόρασα για τον εαυτό μου την τυρόπιτα και γύρισα στο σπίτι μου περπατώντας με σκυμμένο το κεφάλι.