Ο μήνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προσφέρεται για στοχασμό περί τον θάνατο και τη ζωή. Οι αλματώδεις πρόοδοι της ιατρικής, η τεχνολογική υπόσχεση της αθανασίας, η λατρεία της νεότητας και των επιδόσεων δεν κατάργησαν τον φόβο του θανάτου· μάλλον τον απέσυραν από τη συνείδησή μας. Τον μετέτρεψαν σε διοικητικό πρόβλημα, σε βιοϊατρικό συμβάν, σε στατιστική μεταβλητή. Το παράδοξο φαινόμενο της μοντέρνας εποχής αφορά στην τεράστια επένδυση της τεχνοεπιστήμης για την παράταση της ζωής, παραβλέποντας ανησυχητικά τη σημασία του νοήματός της.
Το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας, πέρα από όσα έθεσε η μετανεοτερική θεωρία, δεν είναι η φθίση των μεγάλων αφηγήσεων· είναι ότι χάσαμε τη σχέση μας με το πεπερασμένο (finitude). Θέλουμε τον βίο μας χωρίς όρια, χωρίς γήρας, χωρίς απώλειες, χωρίς τραγικότητα. Όμως η κατάργηση του ορίου δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο· αποδυναμώνει την εμπειρία του. Όταν όλα μπορούν να αναβληθούν, τίποτε δεν καθίσταται πραγματικά επείγον, και όταν τίποτε δεν είναι επείγον, τίποτε δεν αποκτά βαρύτητα. Εδώ θεωρούμε καίρια τη θέση του Ανδρέα Εμπειρίκου (1901-1975) ότι σκοπός της ζωής είναι η αγάπη, η χαρά και η πλήρης αποδοχή της ύπαρξης (Υψικάμινος, 1935), επειδή αρνείται να παραδώσει το ζήτημα του νοήματος στις ιδεολογίες ή στις τεχνικές της διαχείρισης. Δεν πρόκειται για ποιητικό συναισθηματισμό, αλλά για ριζική άρνηση να οριστεί ο άνθρωπος αποκλειστικά από την παραγωγικότητα, τη χρησιμότητα ή την όποια επιτυχία του.
Η κοινωνία της διαρκούς επιτάχυνσης διαμορφώνει ανθρώπους εξαντλημένους αλλά όχι συγκινημένους, ενημερωμένους αλλά όχι σοφότερους, διασυνδεδεμένους αλλά όχι ουσιαστικά σχετιζόμενους. Ο χρόνος δεν «βιώνεται» πλέον ως ισόβιος, αλλά ως αδιάκοπη διαχείριση. Η ζωή μετατρέπεται σε έργο (project) προς βελτιστοποίηση και η ύπαρξη αξιολογείται με δείκτες απόδοσης. Ακόμη και η ευτυχία η ίδια θεωρείται ως οιονεί …δεξιότητα που πρέπει να αποκτηθεί. Ιδού λοιπόν η μείζων ανθρωπολογική μετατόπιση του καιρού μας: δεν φοβόμαστε τόσο τον θάνατο όσο την παύση, διότι αυτή επιφέρει αναπάντεχη σιωπή, αδράνεια, περισυλλογή. Αυτές οι καταστάσεις διευκολύνουν την ανάδυση του ερωτήματος που διαρκώς αναβάλλουμε: τι σημαίνει ευ ζην; Η αγορά προσφέρει απαντήσεις στο πώς θα ζήσουμε περισσότερο ή πιο άνετα, αλλά δεν μας λέει ποτέ το γιατί.
Έτσι, μεγάλες καταστροφές ενίοτε εκλαμβάνονται ως καταλύτες αληθείας, εφόσον ένας σεισμός, μια πανδημία, ένας πόλεμος, μια πλημμύρα ή μια πυρκαγιά αποδομούν την ψευδαίσθηση της αυτονόητης κανονικότητας. Αποκαλύπτουν την ευαλωτότητα των κοινωνιών μας και την εύθραυστη συγκρότηση του αυτού μας. Μέσα σε ώρες καταρρέουν οι βεβαιότητες που χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομηθούν και τότε προβάλλει αμείλικτο το ερώτημα που είχε απωθήσει η καθημερινότητα. Η απάντηση δεν εκπορεύεται από την απελπισία, αλλά από την παιδεία του πεπερασμένου, μια κουλτούρα επίγνωσης και όχι μια κουλτούρα θανάτου.
Ο άνθρωπος απελευθερώνεται πραγματικά, όταν συνειδητοποιεί δημιουργικά το γεγονός ότι δεν θα ζήσει εσαεί· και το πέρας, αυτό ακριβώς, νοηματοδοτεί τη ζωή του. Αυτό συμπυκνώνει την πολιτική διάσταση του ποιητικού ισχυρισμού σε μια εποχή που κάθε μορφή εξουσίας –κρατική, τεχνολογική ή οικονομική– υπόσχεται ασφάλεια, πρόβλεψη και έλεγχο· ο Εμπειρίκος μάς υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν γεννιέται από την εξάλειψη της αβεβαιότητας, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο την αποδεχόμαστε. Η αγάπη, η δημιουργία, η σχέση και η ελευθερία δεν αποτελούν αντίβαρα στον θάνατο· αποτελούν μορφές με τις οποίες ο άνθρωπος αρνείται να επιτρέψει στον θάνατο να καθορίσει τη ζωή του.
Η διακύβευση δεν αφορά στο πόσο θα ζήσουμε, αλλά κατά πόσο θα αναβαθμιστούμε από μάνατζερ της επιτυχίας μας σε δημιουργούς νοήματος. Όταν η κοινωνία αδυνατεί να μορφώσει τους πολίτες της απέναντι στο πεπερασμένο, θα συνεχίσει να παράγει τεχνικές επιβίωσης, αλλά όχι πολιτισμό. Ο πολιτισμός ανατέλλει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να μετρά μόνο τα χρόνια του και αρχίζει να αναρωτιέται για το νόημά τους.
Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής ΕΜΠ,
Διευθυντής του Τομέα ΑΚΕΔ της Σχολής ΕΜΦΕ