Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Ο Γεώργιος Σουρής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σατιρικούς ποιητές και δημοσιογράφους της νεότερης Ελλάδας, ο οποίος καθιέρωσε το είδος της έμμετρης δημοσιογραφίας.
  • Μέσω της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Ο Ρωμηός», σχολίαζε επί 36 χρόνια την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα χρησιμοποιώντας χιούμορ, αυτοσαρκασμό και δηλητηριώδη ειρωνεία.
  • Μετά τον θάνατό του το 1919, ο Σουρής αναγνωρίστηκε ως «σύγχρονος Αριστοφάνης» για το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο και την ικανότητά του να διακωμωδεί τη γραφειοκρατία.
  • Παρά τις εννέα υποψηφιότητές του για το βραβείο Νόμπελ, η σημαντικότερη παρακαταθήκη του παραμένει η διαχρονική κριτική του στις πολιτικές αδυναμίες και τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στις 26 Αυγούστου 1919 πέθανε στο Νέο Φάληρο ο Γεώργιος Σουρής, ένας από τους σημαντικότερους σατιρικούς ποιητές, δημοσιογράφους και εκδότες της νεότερης Ελλάδας.

Για περισσότερα από 36 χρόνια κατέγραφε την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα με ομοιοκαταληξίες, χιούμορ και συχνά δηλητηριώδη ειρωνεία. Μέσα από τον «Ρωμηό» δημιούργησε ένα μοναδικό είδος έμμετρης δημοσιογραφίας, μετατρέποντας τις συνεδριάσεις της Βουλής, τις κυβερνητικές κρίσεις, τους φόρους, τα σκάνδαλα και τις καθημερινές συνήθειες των Ελλήνων σε ποίηση.

Advertisement
Advertisement

Από τη Σύρο στα αθηναϊκά φιλολογικά σαλόνια

Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Κύθηρα και η μητέρα του από τη Χίο. Η οικογένεια τον προόριζε αρχικά για τον κλήρο, αλλά τα οικονομικά προβλήματα άλλαξαν τα σχέδια.

Σε ηλικία 17 ετών στάλθηκε στο Ταγκανρόγκ της Ρωσίας για να εργαστεί σε κατάστημα σιτεμπόρου. Το εμπόριο, όμως, δεν τον ενδιέφερε. Σύμφωνα με τη γνωστότερη αφήγηση, αντί να συμπληρώνει σωστά τα κατάστιχα, τα γέμιζε κρυφά με στίχους.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα στράφηκε στο θέατρο και στη λογοτεχνία. Το 1872 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Φως», ενώ το 1873 εξέδωσε τη «Συλλογή Λυρικών Ασμάτων» και την κωμωδία «Από γαμβρός παράνυμφος». Η σατιρική συλλογή «Τα τραγούδια μου» τιμήθηκε το 1876 με έπαινο στον Βουτσιναίο διαγωνισμό.

Το 1879 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να κατορθώσει να πάρει πτυχίο. Ο ίδιος μετέτρεψε ακόμη και την αποτυχία του στις εξετάσεις σε σάτιρα, γράφοντας ότι απορρίφθηκε «μετά πολλών επαίνων». Εργάστηκε ως γραφέας, παρέδιδε μαθήματα και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά.

Το 1881 παντρεύτηκε τη Μαρία Κωνσταντινίδου, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Το σπίτι τους στην οδό Πινακωτών 15, τη σημερινή Χαριλάου Τρικούπη, εξελίχθηκε σε ένα από τα γνωστότερα φιλολογικά σαλόνια της Αθήνας.

«Ο Ρωμηός»: Μια ολόκληρη εφημερίδα γραμμένη σε στίχους

Στις 2 Απριλίου 1883 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο του «Ρωμηού». Ήταν μία εβδομαδιαία, τετρασέλιδη, έμμετρη σατιρική εφημερίδα, την οποία ο Σουρής έγραφε σχεδόν εξ ολοκλήρου μόνος του. «Νονός» του τίτλου υπήρξε ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης.

Advertisement

Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε, με δύο προσωρινές διακοπές, μέχρι τις 17 Νοεμβρίου 1918. Σε περισσότερα από 1.400 φύλλα ο Σουρής σχολίασε ολόκληρη την πολιτική ζωή της εποχής του. Κεντρικά πρόσωπα ήταν ο Φασουλής και ο Περικλέτος, δύο λαϊκοί τύποι που συζητούσαν τα γεγονότα της εβδομάδας και εξέφραζαν, με υπερβολή και αυτοσαρκασμό, την κοινή γνώμη.

Τα σημαντικότερα έργα του

Στα σπουδαιότερα έργα του περιλαμβάνονται η εξάτομη συλλογή «Ποιήματα», που εκδόθηκε μεταξύ 1882 και 1902, οι μεγάλες σατιρικές συνθέσεις «Φασουλής φιλόσοφος» και «Δον Ζουάν», καθώς και ποιήματα όπως «Ο Ρωμηός», «Η ζωγραφιά μου», «Στον ίσκιο μου», «Ο κόσμος» και «Ποιος είδε».

Έγραψε επίσης τις έμμετρες θεατρικές κωμωδίες «Δεν έχει τα προσόντα», «Η Περιφέρεια» και «Χειραφέτησις». Ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε η έμμετρη απόδοσή του στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, η οποία παρουσιάστηκε το 1900 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών και το 1901 στην Αίγυπτο, με δική του σκηνοθεσία.

Advertisement

Η γλώσσα του ήταν ένα ιδιότυπο και απολαυστικό μείγμα δημοτικής και καθαρεύουσας. Αυτό του επέτρεπε να μιλά ταυτόχρονα τη γλώσσα του λαού και να διακωμωδεί την επισημότητα των πολιτικών, των υπουργείων και της κρατικής γραφειοκρατίας.

Η σάτιρά του δεν άφηνε στο απυρόβλητο ούτε τα Ανάκτορα. Το 1897 διώχθηκε επειδή στίχοι του θεωρήθηκαν προσβλητικοί για τη βασίλισσα Όλγα. Τελικά αθωώθηκε, υποστηρίζοντας ότι σατίριζε τη δική του σύζυγο.

Ο Σουρής χαρακτηρίστηκε «σύγχρονος Αριστοφάνης». Το επίσημο αρχείο των Βραβείων Νόμπελ καταγράφει εννέα διαφορετικές προτάσεις υποψηφιότητάς του σε πέντε χρονιές –το 1907, το 1908, το 1909, το 1911 και το 1912– χωρίς τελικά να του απονεμηθεί το βραβείο.

Advertisement

«Ποιος είδε»: Το αυθεντικό πολιτικό ποίημα του Σουρή

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα πολιτικά ποιήματά του είναι το «Ποιος είδε», που γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 1880.

Χρειάζεται, όμως, μια σημαντική διευκρίνιση: ο αυθεντικός πρώτος στίχος είναι «Ποιος είδε κράτος κλασικό» και όχι «Ποιος είδε κράτος λιγοστό». Η εκτενέστερη εκδοχή που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο είναι συρραφή γνήσιων στίχων του Σουρή με πολύ μεταγενέστερους στίχους άλλων δημιουργών.

Το αυθεντικό ποίημα παρατίθεται ολόκληρο, σε μονοτονική μεταγραφή και με διατήρηση των λέξεων της εποχής:

Advertisement

Ποιος είδε

Advertisement

Ποιος είδε κράτος κλασικό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ’χει επτά Πρωθυπουργούς,
Ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ’χει Βουλή ωσάν κι αυτή
με Τσουτσουνάτο βουλευτή,
να γεμίζει κάθε μέρα
από λόγια τον αέρα;

Advertisement

Νά ’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Νά ’χει και άνδρες θηλυκούς,
σακατεμένους, φθισικούς,
να τους δέρνουν, να τους γδύνουν,
και φωνή να μην αφήνουν;

Να θέλει δα κι απ’ την Τουρκιά,
χωρίς να ρίξει τουφεκιά,
χίλιες χιλιάδες στρέμματα,
ν’ αυξήσει με τα ψέματα;

Φεβρουάριος 1880

Ο Τσουτσουνάτος της τρίτης στροφής δεν ήταν φανταστικό πρόσωπο. Ήταν ο Ζερβός Τσουτσουνάτος, βουλευτής της Μέσης Κέρκυρας και ένας από τους συχνότερα σατιριζόμενους κοινοβουλευτικούς της εποχής. Η γνησιότητα και η διαφορά από το μεταγενέστερο «ποίημα-κουρελού» έχουν καταγραφεί σε φιλολογική έρευνα για το αυθεντικό κείμενο.

Το πανελλήνιο πένθος και η παρακαταθήκη

Ο Γεώργιος Σουρής πέθανε στις 26 Αυγούστου 1919 στο εξοχικό του στο Νέο Φάληρο, σε ηλικία 66 ετών. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη, με τιμές στρατηγού, ενώ μεταθανάτια τιμήθηκε με το παράσημο του Ανώτατου Ταξιάρχη του Σωτήρος. Το 1932 τοποθετήθηκε η προτομή του στον κήπο του Ζαππείου.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, οι στίχοι του παραμένουν αναγνωρίσιμοι. Όχι επειδή οι πολιτικοί και τα πρόσωπα είναι τα ίδια, αλλά επειδή οι αδυναμίες που σατίριζε –η κρατική σπατάλη, η πολυλογία, η γραφειοκρατία, το ρουσφέτι και η απόσταση ανάμεσα στις υποσχέσεις και στην πραγματικότητα– εξακολουθούν να προσφέρουν άφθονο υλικό στη σάτιρα.