Σε ποινή φυλάκισης 15 ετών καταδικάστηκε ο Τζέφρι Ντόναλντσον, πρώην επικεφαλής του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (DUP) της Βόρειας Ιρλανδίας, για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος δύο γυναικών, τα οποία διαπράχθηκαν όταν εκείνες ήταν ακόμα παιδιά. Η δικαστική απόφαση επισφράγισε την πτώση ενός πολιτικού που κάποτε είχε κυρίαρχο ρόλο στον ενωτικό χώρο της Βόρειας Ιρλανδίας.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Guardian, το δικαστήριο ανακοίνωσε την ποινή την Πέμπτη (15/10), επιβάλλοντας στον 63χρονο Ντόναλντσον 11 χρόνια κάθειρξης για τον βιασμό της μίας καταγγέλλουσας και επιπλέον τέσσερα χρόνια για αδικήματα σε βάρος της άλλης καταγγέλλουσας. Οι ποινές θα εκτιθούν διαδοχικά, ενώ ο πρώην πολιτικός θα παραμείνει επ’ αόριστον εγγεγραμμένος στο μητρώο καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα.
Καμία μεταμέλεια απέναντι στα θύματα
Πιο συγκεκριμένα, ο δικαστής ανέφερε ότι ο πρώην βουλευτής δεν επέδειξε μεταμέλεια ή ενσυναίσθηση απέναντι στα θύματά του. «Δεν υπήρξε και αναμφίβολα, δεν θα υπάρξει ούτε μία λέξη λύπης, συγγνώμης ή ντροπής από αυτόν τον άνθρωπο, ώστε να προσφέρει έστω και λίγη παρηγοριά στα θύματά του», δήλωσε.
Ο δικαστής εξήρε, παράλληλα, το θάρρος των δύο γυναικών, οι οποίες βρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου. «Μόνο χάρη στο θάρρος, την ευρηματικότητα και την αποφασιστικότητα δύο νεαρών γυναικών οδηγήθηκες στη δικαιοσύνη για τα εγκλήματα που διέπραξες σε βάρος τους όταν ήταν παιδιά», ανέφερε απευθυνόμενος στον καταδικασθέντα.
Ο Ντόναλντσον, ο οποίος φορούσε μπλε κοστούμι, λευκό πουκάμισο και ροζ γραβάτα, δεν είχε καμία αντίδραση κατά την ανακοίνωση της ποινής. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε εκτός της αίθουσας από δύο σωφρονιστικούς υπαλλήλους και επέστρεψε στις φυλακές Μαγκάμπερι, όπου κρατείται μετά την καταδίκη του.
Τον Ιούνιο είχε κριθεί ένοχος για 18 αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης, μεταξύ των οποίων και ένας βιασμός, για πράξεις που εκτείνονταν από το 1985 έως το 2008. Ο ίδιος αρνείται κάθε παράνομη πράξη και σκοπεύει να ασκήσει έφεση.
Το DUP, το κόμμα του οποίου ηγήθηκε στο παρελθόν ο Ντόναλντσον, καταδίκασε τη συμπεριφορά του, κάνοντας λόγο για «ειδεχθή και αποκρουστικά εγκλήματα», ενώ εξέφρασε τη συμπαράστασή του στις δύο γυναίκες.
«Αξίζει κάθε ημέρα της μακράς ποινής φυλάκισης που καλείται να εκτίσει, μετά την ετυμηγορία ενοχής για την εκμετάλλευση αθώων παιδιών που υπήρξαν θύματά του», ανέφερε το κόμμα.
Κατά τη διάρκεια της τετραήμερης ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο εξέτασε και τον ρόλο της συζύγου του, Έλινορ Ντόναλντσον. Οι ένορκοι έκριναν ότι είχε συνδράμει και υποβοηθήσει τη διάπραξη των αδικημάτων από τον σύζυγό της.
Η 60χρονη κρίθηκε, ωστόσο, ανίκανη να δικαστεί λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας και η υπόθεσή της εξετάστηκε μέσω ειδικής διαδικασίας αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν οδηγεί σε ποινική καταδίκη. Αναμένεται να εμφανιστεί εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου στις 13 Νοεμβρίου 2026, προκειμένου να εξεταστεί η ολοκλήρωση της υπόθεσής της.
Τον έχρισαν «ιππότη» μετά το Brexit
Η υπόθεση έπληξε καίρια τη δημόσια εικόνα ενός πολιτικού που είχε τιμηθεί με τον τίτλο του ιππότη και είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο Γουέστμινστερ, ιδιαίτερα κατά τις διαπραγματεύσεις μετά το Brexit για το καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η μία καταγγέλλουσα κατέθεσε ότι είχε πέσει θύμα βιασμού όταν φοιτούσε ακόμη στο δημοτικό σχολείο. Περιέγραψε επίσης περιστατικό κατά το οποίο ο Ντόναλντσον σήκωσε την μπλούζα της και άγγιξε το στήθος της, όταν εκείνη βρισκόταν πλέον σε ηλικία φοίτησης στο γυμνάσιο. Το δικαστήριο άκουσε ότι η σύζυγός του είχε δει μέρος του δεύτερου περιστατικού, αλλά απομακρύνθηκε.
Η δεύτερη καταγγέλλουσα ανέφερε ότι ο Ντόναλντσον άρχισε να έχει σωματική επαφή μαζί της όταν εκείνη ήταν ακόμη στο δημοτικό. Θυμήθηκε, επίσης, ότι ξυπνούσε τη νύχτα έχοντας ένα σεξουαλικό συναίσθημα και ότι έβλεπε εφιάλτες με «άνδρες που έκαναν φρικτά πράγματα σε παιδιά».
Το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι τη δεκαετία του 1990 η μία από τις γυναίκες είχε αποκαλύψει την κακοποίηση σε έναν πάστορα. Μετά την αποκάλυψη, ο Ντόναλντσον τής ζήτησε συγγνώμη σε ένα χριστιανικό κέντρο.
Οι εισαγγελείς παρουσίασαν, επίσης, επιστολή που είχε γράψει ο πρώην πολιτικός στην πρώτη καταγγέλλουσα το 2020. Σε αυτήν εξέφραζε τη λύπη του για την «πληγή, τον πόνο και την ψυχική οδύνη» που της είχε προκαλέσει και ζητούσε συγχώρεση για την «αμαρτωλή φύση» του.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο ίδιος αρνήθηκε ότι είχε διαπράξει τα αδικήματα, υποστηρίζοντας ότι οι συγγνώμες του αφορούσαν διαφορετικά ζητήματα.
Η πολιτική διαδρομή του Τζέφρι Ντόναλντσον
Μέχρι τη σύλληψή του, τον Μάρτιο του 2024, ο Ντόναλντσον παρουσιαζόταν ως πρόσωπο που ενσάρκωνε την πολιτική αξιοπιστία του ενωτικού χώρου.
Γεννήθηκε σε πρεσβυτεριανή οικογένεια στο Κιλκίλ και παντρεύτηκε την Έλινορ το 1987. Ξεκίνησε την πολιτική του πορεία μέσα από το Ενωτικό Κόμμα του Όλστερ (UUP), προτού αποχωρήσει και ενταχθεί στο DUP το 2004.
Το 2016 χρίστηκε ιππότης για τις υπηρεσίες του στην πολιτική και το 2021 ανέλαβε την ηγεσία του DUP. Παραιτήθηκε από τη θέση το 2024, μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης σε βάρος του.
Μετά την καταδίκη του, τον Ιούλιο, ο βασιλιάς Κάρολος τού αφαίρεσε τον τίτλο του ιππότη.
Τι είναι το DUP
Το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP) είναι ένα από τα σημαντικότερα ενωτικά και φιλοβρετανικά κόμματα της Βόρειας Ιρλανδίας. Υποστηρίζει τη διατήρηση της Βόρειας Ιρλανδίας ως τμήματος του Ηνωμένου Βασιλείου και αντιτίθεται στην ένωση του νησιού της Ιρλανδίας σε ένα ενιαίο κράτος.
Η επιρροή του είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω της ιστορικής αντιπαράθεσης μεταξύ ενωτικών και εθνικιστών, αλλά και της ευαίσθητης ισορροπίας που διαμορφώθηκε μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, η οποία συνέβαλε στον τερματισμό δεκαετιών συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, η κατάρρευση της πολιτικής εικόνας του πρώην αρχηγού του αποτελεί σημαντικό πλήγμα για ένα κόμμα με κεντρικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της Βόρειας Ιρλανδίας.
Πηγή: Guardian