Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών μελετούν πώς θα αντιδρούσε το Ιράν εάν ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κηρύξει μονομερή νίκη στον δίμηνο πόλεμο που έχει σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους και έχει εξελιχθεί σε πολιτικό βαρίδι για τον Λευκό Οίκο.
Σύμφωνα με αμερικανούς αξιωματούχους, οι υπηρεσίες πληροφοριών αναλύουν το ζήτημα μαζί με άλλους ειδικούς, κατόπιν αιτήματος ανώτερων αξιωματούχων της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Στόχος είναι να κατανοηθούν οι επιπτώσεις μιας πιθανής αποχώρησης των ΗΠΑ από μια σύγκρουση, την οποία ορισμένοι αξιωματούχοι και σύμβουλοι ανησυχούν ότι θα μπορούσε να συμβάλει σε μεγάλες ήττες των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα διαξαχθούν εντός του έτους.
Αν και δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση – και ο Τραμπ θα μπορούσε εύκολα να ενισχύσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις – μια γρήγορη αποκλιμάκωση θα μπορούσε να μειώσει την πολιτική πίεση στον πρόεδρο, ακόμη και αν θα μπορούσε να επίσης να ενθαρρύνει το Ιράν να ενισχύσει τα πυρηνικά και πυραυλικά του προγράμματα και να απειλήσει τους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή.
Δεν είναι σαφές πότε οι υπηρεσίες πληροφοριών θα ολοκληρώσουν την αξιολόγησή τους, αλλά έχουν εξετάσει και σε προγενέστερο χρόνο την πιθανή αντίδραση ηγετών του Ιράν σε μια δήλωση νίκης των ΗΠΑ.
Τις ημέρες που ακολούθησαν τις αρχικές αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις τον Φεβρουάριο, οι υπηρεσίες πληροφοριών εκτίμησαν ότι εάν ο Τραμπ δήλωνε νίκη και οι ΗΠΑ απέσυραν τις δυνάμεις τους, το Ιράν πιθανότατα θα το θεωρούσε νίκη, ανέφερε μία από τις πηγές που μίλησε στο Reuters.
Αν ο Τραμπ έλεγε αντ’ αυτού ότι οι ΗΠΑ είχαν κερδίσει αλλά διατηρούσαν ισχυρή στρατιωτική παρουσία, το Ιράν πιθανότατα θα το έβλεπε ως μια διαπραγματευτική τακτική, αλλά όχι ως μια τακτική που θα οδηγούσε απαραίτητα στο τέλος του πολέμου, ανέφερε η ίδια πηγή.
«Η CIA δεν γνωρίζει την αξιολόγηση που ανέφερε η κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών», δήλωσε η Λιζ Λάιονς, διευθύντρια του γραφείου δημοσίων σχέσεων της υπηρεσίας, σε ανακοίνωσή της μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου. Η CIA αρνήθηκε να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις του Reuters σχετικά με το τρέχον έργο της στο Ιράν.
Το Γραφείο του Διευθυντή των Εθνικών Πληροφοριών αρνήθηκε να σχολιάσει.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να συνεργάζονται με τους Ιρανούς για την προετοιμασία πιθανών διαπραγματεύσεων και «δεν θα βιαστούν να συνάψουν μια κακή συμφωνία».
«Ο πρόεδρος θα συνάψει μόνο μια συμφωνία που θέτει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ σε πρώτη προτεραιότητα και έχει καταστήσει σαφές ότι το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να κατέχει πυρηνικά όπλα», είπε.
Υψηλό πολιτικό κόστος
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πόλεμος είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών.
Μόνο το 26% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα δήλωσε ότι η στρατιωτική εκστρατεία άξιζε το κόστος και μόνο το 25% δήλωσε ότι έχει κάνει τις ΗΠΑ ασφαλέστερες.
Τρία άτομα που γνωρίζουν τις συζητήσεις στον Λευκό Οίκο τις τελευταίες ημέρες περιέγραψαν τον Τραμπ ως άτομο που γνωρίζει πολύ καλά το πολιτικό τίμημα που πληρώνει αυτός και το κόμμα του.
Είκοσι ημέρες αφότου ο Τραμπ κήρυξε κατάπαυση του πυρός, μια σειρά από διπλωματικές ενέργειες δεν έχουν καταφέρει να ανοίξουν τα οικονομικά ζωτικής σημασίας Στενά του Ορμούζ, που η Τεχεράνη έκλεισε επιτιθέμενη σε πλοία και τοποθετώντας νάρκες στη στενή πλωτή οδό. Οι δε ΗΠΑ έχουν επιβάλλει ναυτικό αποκλεισμό στους ιρανικούς λιμένες και εμποδίζουν την διέλευση πλοίων που σχεταίζονται με το Ιράν.
Η κατάσταση έχει αυξήσει το κόστος ενέργειας παγκοσμίως και την τιμή στα πρατήρια βενζίνης των ΗΠΑ.
Η ικανότητα του Ιράν να διαταράσσει το εμπόριο του δίνει ισχυρό πλεονέκτημα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους.
Μια απόφαση για μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην περιοχή, σε συνδυασμό με μια αμοιβαία άρση του αποκλεισμού, θα μείωνε τελικά τις τιμές της βενζίνης.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, οι δύο πλευρές φαίνονται μακριά από οποιαδήποτε συμφωνία. Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο Τραμπ ακύρωσε ένα ταξίδι του ειδικού απεσταλμένου του, Στιβ Γουίτκοφ, και του γαμπρού του Τζάρεντ Κούσνερ, για να συναντηθούν με Ιρανούς αξιωματούχους στο Πακιστάν, λέγοντας στους δημοσιογράφους το Σάββατο ότι θα χρειαζόταν «πάρα πολύς χρόνος» και ότι αν το Ιράν ήθελε να μιλήσει «το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να τηλεφωνήσει».
Επίσης, ο Τραμπ φαίνεται να απορρίπτει την ιρανική πρόταση για συμφωνία τερματισμού του πολέμου και ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ με παράλληλη άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, αλλά μεταθέτει σε δεύτερο χρόνο τις συνομιλίες για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Οι στρατιωτικές επιλογές που παραμένουν στο τραπέζι
Διάφορες στρατιωτικές επιλογές παραμένουν επίσημα στο τραπέζι, με ανανεωμένες αεροπορικές επιδρομές εναντίον των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών του Ιράν μεταξύ αυτών, σύμφωνα με άτομο που γνωρίζει τις συζητήσεις που γίνονται εντός της κυβέρνσηης.
Ένας από τους Αμερικανούς αξιωματούχους και ένα άλλο άτομο που γνωρίζει τις συζητήσεις δήλωσαν, ωστόσο, ότι οι πιο φιλόδοξες από αυτές τις επιλογές – όπως μια χερσαία εισβολή στην ιρανική ηπειρωτική χώρα – φαίνονται λιγότερο πιθανές από ό,τι πριν από λίγες εβδομάδες.
Ένας αξιωματούχος του Λευκού Οίκου χαρακτήρισε την εσωτερική πίεση στον πρόεδρο να ολοκληρώσει τον πόλεμο ως «τεράστια».
Μία από τις πηγές ανέφερε ότι το Ιράν εκμεταλλεύτηκε την τρέχουσα εκεχειρία για να ανασύρει εκτοξευτές, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλο υλικό που είχε θαφτεί από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης.
Ως αποτέλεσμα, το κόστος της επανέναρξης ενός πλήρους πολέμου είναι αναμφισβήτητα υψηλότερο τώρα από ό,τι ήταν τις πρώτες ημέρες της εκεχειρίας, η οποία ξεκίνησε στις 8 Απριλίου.