Μια ανησυχητική εικόνα για την ψηφιακή καθημερινότητα των εφήβων αποκαλύπτει νέα μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι νέοι που έρχονται αντιμέτωποι με περιεχόμενο σχετικό με τον αυτοτραυματισμό στο διαδίκτυο δεν το αναζητούν οι ίδιοι, αλλά το συναντούν απρόσμενα μέσα από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, σχεδόν τα τρία τέταρτα των παιδιών ηλικίας 11 έως 18 ετών που ανέφεραν ότι είχαν δει τέτοιου είδους περιεχόμενο, δήλωσαν πως η έκθεσή τους σε αυτό έγινε χωρίς να το επιδιώξουν.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, το σχετικό υλικό εμφανίστηκε στις ροές των κοινωνικών δικτύων ως προτεινόμενο περιεχόμενο, μέσω αλγορίθμων που έχουν σχεδιαστεί ώστε να αυξάνουν τον χρόνο παραμονής των χρηστών στις πλατφόρμες. Οι ειδικοί επισημαίνουν εδώ και χρόνια ότι οι αλγόριθμοι μπορούν να οδηγήσουν τους χρήστες σε επιβλαβές περιεχόμενο ακόμη και όταν δεν το αναζητούν ενεργά, με τη νέα μελέτη να ενισχύει αυτές τις ανησυχίες.
Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από 32.102 μαθητές ηλικίας 11 έως 18 ετών, οι οποίοι συμμετείχαν στην Έρευνα Μαθητών OxWell του 2025 στην Αγγλία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου ένας στους τρεις εφήβους είχε δει περιεχόμενο που σχετίζεται με αυτοτραυματική συμπεριφορά μέσα στον τελευταίο μήνα. Από αυτούς, το 72% δήλωσε ότι δεν είχε αναζητήσει το συγκεκριμένο υλικό, ενώ το 66,2% ανέφερε πως το περιεχόμενο εμφανίστηκε στη ροή του επειδή προτάθηκε από την πλατφόρμα.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ Χόλι Μπέαρ, διευκρίνισε ότι ο όρος «περιεχόμενο σχετικό με αυτοτραυματική συμπεριφορά» δεν αφορά αποκλειστικά επικίνδυνες ή επιβλαβείς αναρτήσεις. Μπορεί να περιλαμβάνει και περιεχόμενο υποστήριξης, όπως για παράδειγμα μια δημόσια ανάρτηση κάποιου που μοιράζεται την προσωπική του πορεία ανάρρωσης.
Ωστόσο, όπως τόνισε, από τη στιγμή που ένας στους τρεις εφήβους εκτίθεται σε τέτοιου είδους περιεχόμενο, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα αρκετοί από αυτούς να έρχονται σε επαφή και με υλικό που μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Mental Health και επισημαίνει ότι τα ευρήματα καταδεικνύουν το μεγάλο ποσοστό των εφήβων που έρχονται σε επαφή με διαδικτυακό περιεχόμενο γύρω από τον αυτοτραυματισμό, κυρίως μέσω των αλγοριθμικά διαμορφωμένων ροών των κοινωνικών δικτύων.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πως για τη μείωση των κινδύνων απαιτείται μια συνολική προσέγγιση δημόσιας υγείας, η οποία θα περιορίζει την παθητική έκθεση που προκαλείται από τους αλγορίθμους των πλατφορμών και παράλληλα θα εντοπίζει και θα στηρίζει τη μικρότερη αλλά πιο ευάλωτη ομάδα νέων που αναζητούν ενεργά τέτοιο περιεχόμενο. Όπως σημειώνουν, απαραίτητη είναι η συνδυασμένη δράση σε επίπεδο ψηφιακής εκπαίδευσης των εφήβων, σχεδιασμού των πλατφορμών, ρύθμισης και εφαρμογής κανόνων προστασίας.
Ο έντονος προβληματισμός για τα social media και τους ανήλικους
Η δημοσίευση της έρευνας έρχεται σε μια περίοδο έντονων συζητήσεων στην Ευρώπη για την ασφάλεια των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Η Γαλλία έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που ενέκρινε απαγόρευση χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών. Ο νέος νόμος προβλέπει ότι από τον Σεπτέμβριο οι εταιρείες τεχνολογίας θα πρέπει να εμποδίζουν τη δημιουργία νέων λογαριασμών από ανηλίκους κάτω των 15 ετών, ενώ οι υπάρχοντες λογαριασμοί θα πρέπει να διαγραφούν από τον Ιανουάριο.
Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το βρετανικό Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Υγεία και τη Φροντίδα (NIHR) – Συνεργασία Εφαρμοσμένης Έρευνας Οξφόρδης και Thames Valley και καταλήγει ότι η εκπαίδευση των νέων σχετικά με τη λειτουργία του διαδικτύου και των αλγορίθμων αποτελεί βασικό εργαλείο προστασίας.
Η καθηγήτρια Μίνα Φαζέλ, πρόεδρος του τμήματος παιδικής και εφηβικής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σημείωσε ότι η έκθεση των νέων σε περιεχόμενο που σχετίζεται με αυτοτραυματικές συμπεριφορές δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, αλλά μέρος της διαδικτυακής εμπειρίας πολλών εφήβων.
Όπως ανέφερε, οι πλατφόρμες πρέπει να αντιμετωπίσουν άμεσα το επιβλαβές περιεχόμενο, ενώ οι πολιτικές για τα κοινωνικά δίκτυα θα πρέπει να επικεντρωθούν στο τι είδους υλικό διακινείται, πώς οι χρήστες αποκτούν πρόσβαση σε αυτό και ποιος είναι ο ρόλος των εταιρειών στην πρόληψη των κινδύνων.
Με πληροφορίες από University of Oxford