Μετά από μακρά περίοδο αβεβαιότητας, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου δείχνει ξανά σημάδια ζωής. Αθήνα και Λευκωσία κινούνται για νέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, σε μια προσπάθεια να διασωθεί ένα έργο στρατηγικής σημασίας για την Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, πίσω από το θετικό σήμα παραμένει ένα βαρύ ιστορικό καθυστερήσεων, οικονομικών ενστάσεων και κυρίως η σκιά των τουρκικών αντιδράσεων που «πάγωσαν» τις έρευνες στην περιοχή της Κάσου.
Η νέα εξέλιξη αφορά το κοινό αίτημα Ελλάδας και Κύπρου προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για μελέτη δέουσας επιμέλειας και ενδεχόμενο νέο δάνειο για το Great Sea Interconnector. Το βήμα θεωρείται σημαντικό, επειδή εκπέμπει μήνυμα ότι το έργο δεν έχει εγκαταλειφθεί πολιτικά, αλλά δεν λύνει αυτομάτως τα ανοιχτά ζητήματα χρηματοδότησης και ρυθμιστικής ωρίμανσης. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, το ακριβές ύψος της ενδεχόμενης χρηματοδότησης δεν είναι ακόμη γνωστό και θα εξαρτηθεί από τα ευρήματα της due diligence της τράπεζας.
Το έργο δεν είναι καινούργιο. Ο σχεδιασμός του ξεκίνησε ήδη από το 2012, αρχικά υπό την EuroAsia Interconnector, πριν περάσει υπό την ομπρέλα του ΑΔΜΗΕ και του Great Sea Interconnector. Πρόκειται για μια διασύνδεση που φιλοδοξεί να ενώσει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα μέσω Ελλάδας και σε επόμενη φάση να επεκταθεί προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι διπλή: ενεργειακή και γεωπολιτική. Η Κύπρος παραμένει το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με το ευρωπαϊκό δίκτυο, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει το project ως έργο κοινού ενδιαφέροντος για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής.
Στο οικονομικό σκέλος, το καλώδιο είχε από νωρίς να ξεπεράσει δύσκολους κάβους. Η ευρωπαϊκή στήριξη ήταν υπαρκτή, με τον ΑΔΜΗΕ να αναφέρει ήδη από το 2024 ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 164,5 εκατ. ευρώ για το έργο, ενώ στις οικονομικές καταστάσεις του ο όμιλος είχε καταγράψει και προχρηματοδότηση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Όμως η συζήτηση για την οικονομική βιωσιμότητα δεν έσβησε ποτέ, με την κυπριακή πλευρά να ζητά επιπλέον αξιολογήσεις και νέα τεκμηρίωση για το εμπορικό σκέλος του project. Πάντως η ελληνική πλευρά με τον αρμόδιο υπουργό Σταύρο Παπασταύρου το σπρώχνει δυνατά
Κι ενώ τα χρηματοδοτικά και ρυθμιστικά ζητήματα βάραιναν την πορεία του, το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε το καλοκαίρι του 2024. Τότε, η Τουρκία παρενέβη και εμπόδισε τις βυθομετρικές έρευνες για τη χάραξη της διαδρομής του καλωδίου στην περιοχή νότια της Κάσου και της Καρπάθου. Από εκείνο το σημείο και μετά, οι έρευνες δεν συνεχίστηκαν και το έργο ουσιαστικά μπήκε στην κατάψυξη. Το επεισόδιο κατέδειξε ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι μόνο λογιστικό ή τεχνικό, αλλά βαθιά γεωπολιτικό.
Αυτή ακριβώς είναι και η ειρωνεία της υπόθεσης: στο χαρτί, το Great Sea Interconnector παραμένει ένα έργο με ισχυρή στρατηγική λογική. Μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος για την Κύπρο, να ενισχύσει τη σταθερότητα του κυπριακού συστήματος, να αξιοποιήσει το ελληνικό πλεόνασμα παραγωγής και να δώσει στην Ανατολική Μεσόγειο μια νέα ηλεκτρική «λεωφόρο». Το Reuters είχε επισημάνει ήδη από το 2024 ότι το έργο, κόστους περίπου 1,9 δισ. ευρώ, θεωρείται κρίσιμο για την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου και για τη μελλοντική σύνδεση με το Ισραήλ.
Παρά ταύτα, το «επιτέλους μπαίνει μπροστά» χρειάζεται ακόμη αστερίσκο. Η ελληνική κυβέρνηση έχει επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή της ότι το έργο θα προχωρήσει, ενώ και σε διεθνές επίπεδο εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ζωντανός στρατηγικός σχεδιασμός. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το μπλόκο έχει ξεπεραστεί. Το γεγονός ότι σήμερα αναζητείται νέα χρηματοδοτική ομπρέλα δεν ισοδυναμεί με πλήρη επανεκκίνηση των εργασιών στο πεδίο. Σημαίνει, περισσότερο, ότι το έργο παραμένει πολιτικά ενεργό και ότι Αθήνα και Λευκωσία δεν θέλουν να αφήσουν να κλείσει ο φάκελος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον αν η νέα κινητικότητα στο χρηματοδοτικό μέτωπο θα συνοδευτεί και από διέξοδο στο γεωπολιτικό. Γιατί χωρίς ασφαλές πλαίσιο για τις έρευνες και την πόντιση, ακόμη και το πιο φιλόδοξο ενεργειακό έργο μπορεί να μείνει μετέωρο ανάμεσα σε εξαγγελίες, μελέτες και παρατάσεις. Και αυτό είναι ίσως το πιο ακριβές