Για χρόνια, η Ιταλία παρακολουθούσε την Κιάρα Φεράνι και τον πρώην σύζυγός της, Φεντερίκο Λούτσια, γνωστός ως Fedez όπως παλιότερα παρακολουθούσε βασιλικούς γάμους: με θαυμασμό, περιέργεια και την ψευδαίσθηση ότι η λάμψη δεν τελειώνει ποτέ.
Εκείνοι δεν ήταν απλώς influencers, ήταν σύμβολα μιας νέας εποχής, όπου η μόδα, η ποπ κουλτούρα και η πολιτική συνυπήρχαν σε stories και hashtags. Μέχρι που ένα χριστουγεννιάτικο παντόρο, πασπαλισμένο με ζάχαρη και καλές προθέσεις, αποκάλυψε πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η φήμη όταν βασίζεται στην εμπιστοσύνη.
Η πτώση του πιο πολιτικά ισχυρού ζευγαριού του ιταλικού Instagram εξελίχθηκε σε εθνικό σίριαλ. Το αποκαλούμενο Pandorogate, το σκάνδαλο γύρω από την προώθηση ενός πολυτελούς παντόρο που υποτίθεται ότι στήριζε άρρωστα παιδιά, δεν έπληξε μόνο το brand της Κιάρα Φεράνι. Άνοιξε μια βαθύτερη συζήτηση για το πώς η φιλανθρωπία, το μάρκετινγκ και η πολιτική αλληλοδιαπλέκονται στην εποχή των influencers.
Η Φεράνι, κάποτε το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της ιταλικής μόδας στα social media, βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο φυλάκισης. Οι εισαγγελείς του Μιλάνου ζητούν ποινή 20 μηνών, κατηγορώντας την ότι παραπλάνησε καταναλωτές παρουσιάζοντας μια εμπορική καμπάνια ως φιλανθρωπική. Η ίδια αρνείται κάθε δόλο, επιμένοντας ότι όλα έγιναν «με καλή πίστη». Όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει: πρόστιμα εκατομμυρίων, συνεργασίες που πάγωσαν και μια εικόνα που ράγισε ανεπανόρθωτα.
Το σκάνδαλο πήρε γρήγορα πολιτικές διαστάσεις. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι έσπευσε να παρουσιάσει τη Φεράνι ως παράδειγμα προς αποφυγή, καταγγέλλοντας τους influencers που «πουλάνε ακριβά προϊόντα στο όνομα της φιλανθρωπίας». Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνησή της προώθησε ένα νομοσχέδιο, ανεπίσημα γνωστό ως «νόμος Φεράνι» που στοχεύει στη μεγαλύτερη εποπτεία των ψηφιακών διαφημίσεων. Αν και δεν αποτελεί τη νομική βάση της δίωξής της, ερμηνεύτηκε ως ξεκάθαρη πολιτική απάντηση στο σκάνδαλο.
Παραδόξως, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Ματέο Σαλβίνι πήρε διαφορετική στάση. Υπερασπίστηκε τη Φεράνι, μιλώντας για «κακία και χολή» εις βάρος της. Και κάπου εκεί άρχισε να διαφαίνεται μια απρόσμενη ανατροπή: ο Fedez, άλλοτε εμβληματικός επικριτής της ιταλικής Δεξιάς, βρέθηκε σταδιακά πιο κοντά στον Σαλβίνι και σε δεξιούς κύκλους.
Η μεταστροφή του Fedez δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Μετά το διαζύγιο και μια δύσκολη περίοδο σοβαρών προβλημάτων υγείας, επέστρεψε στο προσκήνιο με ένα podcast που δίνει βήμα σε αμφιλεγόμενες φωνές της Δεξιάς. Ο ίδιος μιλά για «διάλογο», οι επικριτές του για οπορτουνισμό. Το κοινό του, πάντως, έχει αλλάξει: λιγότερο προοδευτικό, πιο κυνικό, πιο κοντά στη λογική της ωμής άποψης παρά της πολιτικής στράτευσης.
Αντίθετα, η Φεράνι επέλεξε τη σιωπή. Η άλλοτε πανίσχυρη influencer έχει αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια ζωή, προσπαθώντας να διαχειριστεί τις νομικές συνέπειες και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Η αυτοκρατορία των millennials που έχτισαν μαζί, ένα μείγμα μόδας, ακτιβισμού και reality, διαλύθηκε τόσο γρήγορα όσο δημιουργήθηκε.
Το Pandorogate λειτούργησε σαν καθρέφτης για μια ολόκληρη εποχή. Έδειξε ότι η φήμη στα social media δεν είναι συνώνυμη με αξιοπιστία και ότι η φιλανθρωπία, όταν γίνεται εργαλείο branding, μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Όπως λένε αναλυτές της ψηφιακής επικοινωνίας, οι μάρκες πλέον είναι πιο επιφυλακτικές και το κοινό πιο καχύποπτο.
Η κληρονομιά της Φεράνι και του Fedez δεν εξαφανίστηκε εντελώς. Άλλαξε όμως νόημα. Από σύμβολο προοδευτικής αισιοδοξίας, έγινε προειδοποιητική ιστορία για το πόσο γρήγορα μπορεί να καταρρεύσει μια εικόνα χτισμένη στην προσοχή. Γιατί, τελικά, στην οικονομία της φήμης, αρκεί ένα γλυκό για να χαλάσει όλη τη συνταγή.
Με πληροφορίες από το Politico και Guardian