Η πριγκίπισσα Μπατζρακίτιγιαμπα της Ταϊλάνδης, πρωτότοκη κόρη του βασιλιά Μάχα Βατζιραλονγκόρν, βρίσκεται σε κώμα από τον Δεκέμβριο του 2022. Η νέα ανακοίνωση του παλατιού, σύμφωνα με την οποία η κατάστασή της επιδεινώθηκε λόγω πολλαπλών λοιμώξεων, επαναφέρει στο προσκήνιο όχι μόνο το προσωπικό δράμα της βασιλικής οικογένειας, αλλά και το ευρύτερο ερώτημα για τη διαδοχή, τη μοναρχία και το βαθύ πολιτικό ρήγμα στην Ταϊλάνδη.
Η κατάσταση της υγείας της πριγκίπισσας Μπατζρακίτιγιαμπα έχει επιδεινωθεί, ανακοίνωσε το βασιλικό παλάτι της Ταϊλάνδης, καθώς οι γιατροί φέρονται να μην μπορούν να ελέγξουν πλήρως την ακανόνιστη καρδιακή λειτουργία της μετά από λοιμώξεις σε πολλά όργανα. Η 47χρονη πριγκίπισσα νοσηλεύεται από τον Δεκέμβριο του 2022, όταν κατέρρευσε λόγω καρδιακού προβλήματος και άλλων λοιμώξεων. Από τότε παραμένει σε κώμα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που μετέδωσε το Reuters, οι γιατροί εντόπισαν τον Απρίλιο λοίμωξη στο στομάχι, η οποία προκάλεσε φλεγμονή στο έντερο, πτώση της αρτηριακής πίεσης και ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς. Η πριγκίπισσα λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ χρησιμοποιούνται ιατρικά μηχανήματα για την υποστήριξη της λειτουργίας των πνευμόνων και των νεφρών της.
Η Μπατζρακίτιγιαμπα, γνωστή και ως πριγκίπισσα «Πα», είναι η μεγαλύτερη κόρη του βασιλιά Μάχα Βατζιραλονγκόρν, του σημερινού Ράμα Ι΄ της δυναστείας Τσάκρι. Η κατάρρευσή της είχε συμβεί ενώ προετοίμαζε τους σκύλους της για διαγωνισμό στη βορειοανατολική επαρχία Νακόν Ρατσασίμα. Τότε είχε μεταφερθεί αρχικά σε τοπικό νοσοκομείο και στη συνέχεια αεροπορικώς στην Μπανγκόκ. Τον Ιανουάριο του 2023 το παλάτι είχε ανακοινώσει ότι παρέμενε αναίσθητη, με τους γιατρούς να υποστηρίζουν τη λειτουργία καρδιάς, πνευμόνων και νεφρών.
Η υπόθεσή της έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή η πριγκίπισσα θεωρούνταν επί χρόνια μία από τις πιθανές μορφές διαδοχής. Ο βασιλιάς δεν έχει ορίσει επίσημα διάδοχο, ενώ η Μπατζρακίτιγιαμπα είναι ένα από τα παιδιά του που διαθέτουν επίσημο βασιλικό τίτλο, γεγονός που την καθιστά επιλέξιμη για τον θρόνο βάσει του νόμου διαδοχής και του Συντάγματος της χώρας.
Η Ταϊλάνδη δεν είναι απόλυτη μοναρχία. Η απόλυτη μοναρχία καταργήθηκε το 1932, έπειτα από επανάσταση που μετέτρεψε τη χώρα σε συνταγματική μοναρχία. Ωστόσο, ο θεσμός εξακολουθεί να έχει τεράστιο συμβολικό, πολιτικό και κοινωνικό βάρος. Ο προηγούμενος βασιλιάς, Μπουμιμπόλ Αντουλιαντέι, ο Ράμα Θ΄, κυβέρνησε από το 1946 έως τον θάνατό του το 2016 και υπήρξε ο μακροβιότερος μονάρχης της Ταϊλάνδης.
Ο Μπουμιμπόλ είναι πιθανότατα ο βασιλιάς που θυμάστε ως μουσικό. Ήταν γνωστός για την αγάπη του στην τζαζ, έπαιζε σαξόφωνο και είχε συνδεθεί με την εικόνα του «καλλιτέχνη-βασιλιά», σε μια χώρα όπου το πρόσωπό του αντιμετωπιζόταν για δεκαετίες σχεδόν με ιερότητα. Μετά τον θάνατό του, τον θρόνο ανέλαβε ο γιος του, Μάχα Βατζιραλονγκόρν.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η σχέση της νεότερης γενιάς με τη μοναρχία έχει αλλάξει. Το 2020 ξέσπασαν μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, κυρίως από φοιτητές και νέους, οι οποίοι έσπασαν ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της ταϊλανδικής κοινωνίας: άρχισαν να μιλούν δημόσια για τη μεταρρύθμιση της μοναρχίας. Δεν επρόκειτο επισήμως για ένα ενιαίο κίνημα «κατάργησης της βασιλείας», αλλά για ένα κύμα που ζητούσε περιορισμό της εξουσίας του παλατιού, μεγαλύτερη λογοδοσία και αλλαγές στον αυστηρό νόμο περί προσβολής της μοναρχίας.
Ο νόμος αυτός είναι το περιβόητο άρθρο 112 του ποινικού κώδικα, γνωστό διεθνώς ως νόμος περί lèse-majesté. Προβλέπει ποινές φυλάκισης από τρία έως δεκαπέντε χρόνια για προσβολή, δυσφήμηση ή απειλή κατά του βασιλιά, της βασίλισσας, του διαδόχου ή του αντιβασιλέα. Ο Guardian τον έχει χαρακτηρίσει έναν από τους αυστηρότερους νόμους του είδους στον κόσμο.
Η πολιτική ένταση δεν έμεινε στους δρόμους. Το προοδευτικό κόμμα Move Forward, το οποίο είχε ζητήσει μεταρρύθμιση του άρθρου 112 και κέρδισε τις περισσότερες έδρες στις εκλογές του 2023, εμποδίστηκε να σχηματίσει κυβέρνηση και αργότερα διαλύθηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Η απόφαση συνδέθηκε με την κρίση ότι η εκστρατεία του για αλλαγή του νόμου περί βασιλικής προσβολής υπονόμευε τη συνταγματική μοναρχία.
Έτσι, η νέα επιδείνωση της υγείας της πριγκίπισσας δεν είναι απλώς μια είδηση για την υγεία ενός μέλους της βασιλικής οικογένειας. Αγγίζει ένα πολύ πιο ευαίσθητο σημείο: τη διαδοχή σε έναν θεσμό που παραμένει πανίσχυρος, αλλά και ολοένα πιο αμφισβητούμενος από τμήματα της κοινωνίας.
Στην Ταϊλάνδη, η μοναρχία εξακολουθεί να περιβάλλεται από αυστηρούς κανόνες σιωπής, σεβασμού και φόβου. Γι’ αυτό και κάθε ανακοίνωση για την πριγκίπισσα Μπατζρακίτιγιαμπα διαβάζεται πέρα από το ιατρικό της περιεχόμενο. Διαβάζεται και ως υπενθύμιση μιας χώρας που βρίσκεται ανάμεσα στην παράδοση, στη δυναστική αβεβαιότητα και στις απαιτήσεις μιας νέας γενιάς που ζητά να μπορεί να μιλά ανοιχτά για τον ρόλο του θρόνου.