Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο Άχμεντ αλ Σάρα, ο νέος πρόεδρος της Συρίας και πρώην καταζητούμενος ως τρομοκράτης, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ, με βασικό θέμα την οικονομική στήριξη της χώρας και τις περιφερειακές εξελίξεις. Σύμφωνα με τη συριακή προεδρία, ο Σάρα έθεσε εκ νέου στον Αμερικανό πρόεδρο το ζήτημα της άρσης των αμερικανικών κυρώσεων, τονίζοντας ότι χωρίς αυτήν η Συρία δεν μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις, να αναζωογονήσει την οικονομία της και να βγει από τα ερείπια του πολέμου.

Το αίτημα ακούγεται λογικό. Μια χώρα κατεστραμμένη από δεκαετίες αυταρχισμού, εμφύλιο πόλεμο, ξένες επεμβάσεις, ισλαμιστικές οργανώσεις, μαζική φτώχεια και προσφυγιά, δεν μπορεί να σταθεί χωρίς κεφάλαια. Όμως στη Συρία τίποτα δεν είναι απλό. Και ο άνθρωπος που σήμερα μιλά με τον Λευκό Οίκο δεν είναι ένας τυπικός μεταβατικός ηγέτης που εμφανίστηκε από το πουθενά.

Advertisement
Advertisement

Ο Άχμεντ αλ Σάρα είναι ο άνθρωπος που ο κόσμος γνώρισε για χρόνια ως Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι. Πρώην τζιχαντιστής, πρώην επικεφαλής της αλ Νούσρα, με διαδρομή μέσα από τον σκληρό πυρήνα του συριακού πολέμου, έγινε αργότερα ηγετική μορφή της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ. Σήμερα επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εθνικό ηγέτη, ως πολιτικό που εγκατέλειψε τον διεθνή τζιχαντισμό και θέλει να κυβερνήσει μια νέα Συρία. Η μεταμόρφωση είναι θεαματική. Το ερώτημα είναι αν είναι και πραγματική.

Η πρόσφατη επικοινωνία με τον Τραμπ έρχεται μετά από μια ιστορική επίσκεψη του Σάρα στην Ουάσινγκτον, όπου η εικόνα του Σύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο έστειλε ισχυρό μήνυμα επιστροφής της Δαμασκού στο διεθνές παιχνίδι. Ήταν μια σκηνή σχεδόν αδιανόητη λίγα χρόνια πριν: ένας πρώην καταζητούμενος ισλαμιστής διοικητής να γίνεται δεκτός ως συνομιλητής των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον κίνδυνο. Από τη μία, θέλει μια Συρία σταθερή, μακριά από το Ιράν, λιγότερο εξαρτημένη από τη Ρωσία και ικανή να περιορίσει το Ισλαμικό Κράτος. Από την άλλη, γνωρίζει ότι η νέα εξουσία στη Δαμασκό κουβαλά βαρύ παρελθόν και κυβερνά μια χώρα όπου οι πληγές του πολέμου δεν έχουν κλείσει. Οι κυρώσεις, ακόμη και αν χαλαρώσουν, παραμένουν εργαλείο πίεσης: για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για τους συνεργάτες του Άσαντ, για το Captagon, για τις ένοπλες ομάδες, για όσους μπορούν ακόμη να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή.

Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει η καθημερινή Συρία. Όχι η Συρία των τηλεφωνημάτων, των επενδυτικών σχεδίων και των φωτογραφιών στον Λευκό Οίκο. Η Συρία των πόλεων που δεν ξέρουν ποιος πραγματικά ελέγχει τον δρόμο. Η Συρία των μειονοτήτων που προσπαθούν να καταλάβουν αν η επόμενη μέρα θα είναι καλύτερη ή απλώς διαφορετικά επικίνδυνη.

Οι χριστιανοί της Συρίας ζουν εδώ και χρόνια ανάμεσα στη μνήμη και στον φόβο. Πριν από τον πόλεμο, η χριστιανική παρουσία ήταν βαθιά ριζωμένη: στη Δαμασκό, στο Χαλέπι, στη Χομς, στην κοιλάδα Ουάντι αλ Νασάρα, στη Μααλούλα, στις παλιές συνοικίες όπου η ιστορία του χριστιανισμού δεν είναι μουσειακό έκθεμα αλλά ζωντανή κοινότητα. Ο πόλεμος, όμως, άδειασε σπίτια, εκκλησίες, σχολεία, χωριά. Εκατοντάδες χιλιάδες έφυγαν. Όσοι έμειναν, έμειναν συχνά από ανάγκη, από πίστη, από αδυναμία να ξαναρχίσουν αλλού.

Σήμερα, πολλοί χριστιανοί βλέπουν τη νέα εξουσία με καχυποψία. Όχι επειδή νοσταλγούν αναγκαστικά τον Άσαντ, αλλά επειδή γνωρίζουν τι σημαίνει να ζεις δίπλα σε ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες, να ακούς υποσχέσεις περί προστασίας και την ίδια στιγμή να φοβάσαι ότι μια επίθεση, μια προβοκάτσια, μια τοπική σύγκρουση μπορεί να σε κάνει στόχο. Η επίθεση σε εκκλησία στη Δαμασκό το 2025 ξύπνησε τον χειρότερο εφιάλτη: ότι η νέα Συρία, ακόμη και αν θέλει να δείξει μετριοπάθεια προς τα έξω, δεν έχει πάντα τη δύναμη ή τη βούληση να εγγυηθεί την ασφάλεια στο εσωτερικό.

Advertisement

Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο. Ο Σάρα ζητά από την Αμερική να του ανοίξει τον δρόμο για επενδύσεις. Ζητά από τη Δύση να τον πιστέψει. Ζητά από τον Κόλπο να βάλει χρήματα. Ζητά από την Τουρκία να συνεχίσει να τον στηρίζει. Ζητά από το Ισραήλ, έμμεσα ή άμεσα, να μην τον αντιμετωπίζει ως άμεση απειλή. Όμως η νομιμοποίηση δεν κερδίζεται μόνο στα προεδρικά γραφεία. Κερδίζεται στις γειτονιές όπου οι άνθρωποι κοιμούνται χωρίς να φοβούνται ότι θα χτυπήσει η πόρτα.

Στον νότο, το Ισραήλ παρακολουθεί τη νέα Συρία με βαθιά δυσπιστία. Μετά την πτώση του Άσαντ, η ισραηλινή στρατηγική κινήθηκε γύρω από έναν απλό άξονα: να μη δημιουργηθεί στα σύνορά του μια νέα, εχθρική, ανεξέλεγκτη δύναμη. Το Ισραήλ θέλει ζώνες ασφαλείας, έλεγχο των απειλών και αποτροπή. Βλέπει τον Σάρα ως πρώην ισλαμιστή ηγέτη που μπορεί να φορά πλέον κοστούμι, αλλά δεν έχει ακόμη πείσει ότι το νέο κράτος που χτίζει δεν θα γίνει αύριο πλατφόρμα για επιθέσεις ή για ιρανική επιστροφή μέσω άλλων διαδρομών.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία κινείται από πάνω, από δίπλα και μέσα στο συριακό πεδίο. Η Άγκυρα έχει επενδύσει στη μετα-Άσαντ Συρία περισσότερο από κάθε άλλη περιφερειακή δύναμη. Θέλει μια Δαμασκό φιλική, ελεγχόμενη όσο γίνεται, ικανή να περιορίσει τους Κούρδους και να απορροφήσει μέρος της πίεσης που έχει δεχθεί η ίδια από το προσφυγικό. Για την Τουρκία, η Συρία δεν είναι απλώς γειτονική χώρα. Είναι βάθος ασφαλείας, πεδίο επιρροής, διαπραγματευτικό χαρτί με την Ουάσινγκτον, τη Μόσχα, την Τεχεράνη και την Ευρώπη.

Advertisement

Έτσι, η νέα Συρία βρίσκεται στο κέντρο ενός σκληρού γεωπολιτικού τριγώνου. Ο Σάρα ζητά αμερικανική οικονομική ανάσα. Το Ισραήλ δεν θέλει ισχυρή Συρία στα σύνορά του αν δεν έχει εγγυήσεις. Η Τουρκία θέλει ισχυρή Δαμασκό, αλλά όχι ανεξάρτητη από τα δικά της συμφέροντα. Και οι μειονότητες, χριστιανοί, Δρούζοι, Αλαουίτες, Κούρδοι, προσπαθούν να διαβάσουν τα σημάδια και να καταλάβουν αν υπάρχει χώρος για αυτούς στη νέα εξίσωση.

Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι όλοι μιλούν για σταθερότητα, αλλά ο καθένας εννοεί κάτι διαφορετικό. Πάντως για την Ουάσινγκτον, σταθερότητα σημαίνει να μη γίνει η Συρία ξανά καταφύγιο τζιχαντιστών και να απομακρυνθεί από το ιρανικό στρατόπεδο. 

Advertisement