Το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο ολοκληρώθηκε με τελετές, χαμόγελα και μεγάλες δηλώσεις, αλλά χωρίς την κρίσιμη απάντηση που περίμεναν οι αγορές: πότε και πώς θα ανοίξει ουσιαστικά ξανά η Στενή του Ορμούζ. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι ο Σι Τζινπίνγκ συμφώνησε πως το πέρασμα πρέπει να παραμείνει ανοιχτό και ότι η Κίνα δεν θέλει πυρηνικό Ιράν. Ωστόσο, από τα ξένα μέσα ενημέρωσης προκύπτει ένα κοινό συμπέρασμα: δεν υπήρξε πραγματική κινεζική δέσμευση που να αλλάζει άμεσα την εικόνα στην αγορά πετρελαίου.
Το βασικό αποτέλεσμα της συνάντησης Τραμπ–Σι για τα Στενά του Ορμούζ ήταν περισσότερο πολιτικό παρά πρακτικό. Οι δύο πλευρές φέρονται να συμφώνησαν ότι η ναυσιπλοΐα πρέπει να παραμείνει ανοιχτή για τη σταθερότητα της παγκόσμιας ενέργειας, όμως δεν ανακοινώθηκε μηχανισμός, χρονοδιάγραμμα ή συγκεκριμένη κινεζική πίεση προς την Τεχεράνη. Η Ουάσιγκτον ήθελε από το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στο Ιράν. Το Πεκίνο, σύμφωνα με τις περισσότερες αναλύσεις, δεν έδειξε διάθεση να μετατραπεί σε εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής.
Η σημασία του Ορμούζ είναι τεράστια. Πριν από την κρίση, περίπου το 20% του παγκόσμιου αργού και των διυλισμένων προϊόντων, καθώς και περίπου το ένα πέμπτο του υγροποιημένου φυσικού αερίου, περνούσαν από αυτό το στενό θαλάσσιο πέρασμα. Γι’ αυτό και κάθε καθυστέρηση στην πλήρη επαναλειτουργία του μεταφράζεται άμεσα σε φόβο για ελλείψεις, αύξηση κόστους μεταφοράς, πίεση στα αποθέματα και τελικά υψηλότερες τιμές για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Στην αγορά πετρελαίου, το μήνυμα ήταν καθαρό: οι επενδυτές δεν πείστηκαν. Η Wall Street Journal μετέδωσε ότι το Brent έκλεισε στα 109,26 δολάρια το βαρέλι, με εβδομαδιαία άνοδο 7,9%, ενώ το WTI έφτασε στα 105,42 δολάρια, σημειώνοντας άνοδο 10% στην εβδομάδα. Η άνοδος συνδέεται με τα περιορισμένα περάσματα από το Ορμούζ, τη μείωση των αποθεμάτων και τον φόβο ότι η κρίση μπορεί να κρατήσει αρκετά ώστε να προκαλέσει νέο πληθωριστικό κύμα.
Το Reuters περιγράφει την εικόνα ακόμη πιο ανησυχητικά: εάν τα Στενά δεν ανοίξουν πλήρως μέσα στις επόμενες εβδομάδες, η αγορά θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί όχι μέσω αύξησης προσφοράς, αλλά μέσω πολύ υψηλότερων τιμών που θα μειώσουν τη ζήτηση. Με άλλα λόγια, η τιμή του πετρελαίου δεν ανεβαίνει μόνο επειδή υπάρχει φόβος πολέμου. Ανεβαίνει επειδή η φυσική αγορά αρχίζει να στενεύει.
Στις ΗΠΑ, τα μέσα ενημέρωσης εστιάζουν στο πολιτικό κόστος για τον Τραμπ. Η Washington Post γράφει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος πήγε στο Πεκίνο αναζητώντας διπλωματική διέξοδο, αλλά βρήκε έναν Σι πιο ψύχραιμο, πιο ισχυρό και λιγότερο διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Το Associated Press σημειώνει ότι η επίσκεψη μάλλον δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα την αμερικανική οικονομία, καθώς οι τιμές της βενζίνης, των τροφίμων και των υπηρεσιών πιέζουν ήδη τους ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Στην Ευρώπη, οι Financial Times βλέπουν το ταξίδι ως ένδειξη μειωμένης αμερικανικής ισχύος. Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ευρωπαϊκή οπτική είναι ότι ο Τραμπ προσπάθησε να φέρει την Κίνα στο πλευρό του για το Ιράν, αλλά η Κίνα δεν είχε λόγο να προσφέρει δωρεάν μια τέτοια βοήθεια. Αντίθετα, το Πεκίνο χρησιμοποίησε τη συνάντηση για να αναδείξει τις δικές του «κόκκινες γραμμές», κυρίως στην Ταϊβάν, και να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας απέναντι σε μια Αμερική που δείχνει εγκλωβισμένη στη Μέση Ανατολή.
Στην Ασία, η South China Morning Post δίνει έμφαση στη διπλή ανάγκη της Κίνας: από τη μία θέλει ανοιχτό το Ορμούζ, επειδή εξαρτάται από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής· από την άλλη δεν θέλει να φανεί ότι πιέζει το Ιράν για λογαριασμό των ΗΠΑ. Η ασιατική ανάγνωση είναι πιο ψυχρή: η Κίνα έχει συμφέρον να πέσει η ένταση, αλλά όχι απαραίτητα να σώσει πολιτικά τον Τραμπ.
Στη Μέση Ανατολή, το Al Jazeera καταγράφει το αποτέλεσμα ως αποτυχία επίτευξης πραγματικής προόδου στο ιρανικό μέτωπο. Η βασική διαπίστωση είναι ότι ο Σι δεν «λύγισε» στις αμερικανικές πιέσεις και ότι η Ουάσιγκτον δεν κατάφερε να αποσπάσει από το Πεκίνο τη σαφή δέσμευση που ήθελε για πίεση προς την Τεχεράνη. Το ίδιο μέσο σημειώνει ότι οι δύο ηγέτες δεν έλυσαν τις μεγάλες διαφορές τους ούτε για το Ιράν ούτε για την Ταϊβάν, παρά την προσπάθεια να προβληθεί μια πιο επιχειρηματική και σταθερή σχέση.
Το πρακτικό συμπέρασμα για το πετρέλαιο είναι ότι η αγορά παραμένει σε κατάσταση συναγερμού. Όσο δεν υπάρχει πλήρης και αξιόπιστη επαναλειτουργία της Στενής του Ορμούζ, οι τιμές δύσκολα θα επιστρέψουν γρήγορα σε κανονικά επίπεδα. Οι στρατηγικές απελευθερώσεις αποθεμάτων και η μείωση της ζήτησης μπορούν να περιορίσουν προσωρινά την πίεση, αλλά δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα: ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη λειτουργεί υπό γεωπολιτικό ρίσκο.
Για τον Τραμπ, το Πεκίνο δεν έδωσε τη μεγάλη νίκη που θα μπορούσε να ηρεμήσει τις αγορές. Για τον Σι, η συνάντηση επιβεβαίωσε ότι η Κίνα έχει πλέον ρόλο ρυθμιστή σε κρίσεις που ξεπερνούν την Ασία. Για το πετρέλαιο, όμως, το αποτέλεσμα είναι πιο απλό και πιο σκληρό: όσο το Ορμούζ μένει αβέβαιο, η τιμή θα ενσωματώνει ασφάλιστρο φόβου. Και αυτό σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερο πληθωρισμό και αυξανόμενο κίνδυνο για την παγκόσμια ανάπτυξη.