Το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο και η συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ δεν ήταν μια απλή διμερής συνάντηση ΗΠΑ – Κίνας. Ήταν μια σύνοδος υπό τη σκιά του πολέμου με το Ιράν, της έντασης στο Στενό του Ορμούζ και της αγωνίας για την τιμή του πετρελαίου. Το βασικό συμπέρασμα είναι καθαρό: Ουάσινγκτον και Πεκίνο θέλουν να μείνει ανοικτή η ενεργειακή αρτηρία του Κόλπου, αλλά δεν φαίνεται να κατέληξαν σε μια δεσμευτική συμφωνία που να αλλάζει άμεσα την πορεία της κρίσης.

Η δημόσια εικόνα της συνάντησης ήταν προσεκτικά ζυγισμένη. Ο Τραμπ πήγε στο Πεκίνο ζητώντας, ουσιαστικά, κινεζική συνδρομή στο πιο πιεστικό διεθνές μέτωπο της στιγμής: το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ. Η Κίνα, από την πλευρά της, είχε κάθε λόγο να ακούσει. Μεγάλο μέρος των ενεργειακών της ροών περνά από την περιοχή, ενώ η παρατεταμένη ένταση έχει ήδη κρατήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Την ημέρα της συνάντησης, το Brent κινήθηκε γύρω στα 104,90 δολάρια και το αμερικανικό WTI γύρω στα 100,82 δολάρια, σε αγορά που παραμένει νευρική λόγω Ορμούζ. 

Advertisement
Advertisement

Το βασικό σημείο σύγκλισης ήταν ότι το Στενό του Ορμούζ πρέπει να παραμείνει ανοικτό. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, Τραμπ και Σι συμφώνησαν πως η ελεύθερη ροή ενέργειας από τον Κόλπο είναι κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία και πως το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη συμφωνία. Είναι περισσότερο μια κοινή διαπίστωση συμφέροντος: ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα θέλουν ένα πλήρες ενεργειακό σοκ. 

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Κίνα εμφανίζεται να εξετάζει τρόπους μείωσης της εξάρτησής της από τον Ορμούζ, ακόμη και μέσω αυξημένων αγορών αμερικανικού πετρελαίου. Η αμερικανική πλευρά άφησε να εννοηθεί ότι ο Σι έδειξε ενδιαφέρον για περισσότερες εισαγωγές ενέργειας από τις ΗΠΑ, πιθανώς και από την Αλάσκα. Όμως δεν ανακοινώθηκε συγκεκριμένη συμφωνία, ούτε όγκοι, ούτε χρονοδιάγραμμα, ούτε άρση των εμποδίων που υπάρχουν λόγω δασμών και εμπορικής αντιπαράθεσης. 

Αυτό σημαίνει ότι, στην πράξη, το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν πολιτικό και όχι επιχειρησιακό. Οι δύο πλευρές δεν ανακοίνωσαν μηχανισμό αποκλιμάκωσης, δεν παρουσίασαν σχέδιο για το άνοιγμα του Ορμούζ και δεν υπήρξε σαφής κινεζική δέσμευση ότι το Πεκίνο θα πιέσει ανοιχτά την Τεχεράνη. Το Πεκίνο έχει επιρροή στο Ιράν, κυρίως επειδή είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου. Το 2025, η Κίνα αγόραζε κατά μέσο όρο περίπου 1,38 εκατ. βαρέλια ιρανικού πετρελαίου την ημέρα, ενώ πάνω από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν κατευθυνόταν προς την Κίνα. 

Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το όριο της συνάντησης. Η Κίνα θέλει ανοικτό τον Ορμούζ γιατί χρειάζεται ενέργεια, σταθερές θαλάσσιες οδούς και χαμηλότερες τιμές πετρελαίου. Δεν θέλει, όμως, να εμφανιστεί ως προέκταση της αμερικανικής πίεσης στην Τεχεράνη. Το Ιράν παραμένει για το Πεκίνο ένας χρήσιμος στρατηγικός εταίρος στη Μέση Ανατολή και αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή. Άρα η Κίνα έχει λόγο να μεσολαβήσει, αλλά όχι απαραίτητα να υπακούσει στις αμερικανικές απαιτήσεις. 

Στο ενεργειακό πεδίο, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Το Στενό του Ορμούζ είναι ένας από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους για το πετρέλαιο και το υγροποιημένο φυσικό αέριο. Όταν υπάρχει φόβος ότι μπορεί να κλείσει ή να περάσει υπό απειλή, οι αγορές δεν αντιδρούν μόνο στην πραγματική μείωση της προσφοράς, αλλά και στον κίνδυνο ότι η επόμενη επίθεση, κατάσχεση πλοίου ή στρατιωτική κίνηση θα προκαλέσει σοκ. Την ίδια ημέρα των συνομιλιών, υπήρχαν αναφορές για βυθισμένο ινδικό φορτηγό πλοίο κοντά στο Ομάν και για άλλο πλοίο που οδηγήθηκε προς το Ιράν, κάτι που δείχνει ότι η κρίση δεν έχει τελειώσει. 

Το πετρέλαιο είναι λοιπόν το πραγματικό πεδίο όπου συναντώνται οι ανάγκες όλων. Οι ΗΠΑ θέλουν να περιορίσουν το Ιράν χωρίς να προκαλέσουν ανεξέλεγκτη εκτίναξη τιμών. Η Κίνα θέλει φθηνή και ασφαλή ενέργεια, αλλά δεν θέλει να χάσει την πρόσβασή της στο ιρανικό πετρέλαιο. Το Ιράν χρησιμοποιεί τον Ορμούζ ως μοχλό πίεσης, γνωρίζοντας ότι κάθε ένταση εκεί μεταφράζεται αμέσως σε παγκόσμια οικονομική ανησυχία.

Advertisement

Το κρίσιμο συμπέρασμα από το Πεκίνο είναι ότι Τραμπ και Σι συμφώνησαν στο πρόβλημα, όχι στη λύση. Συμφώνησαν ότι ο Ορμούζ πρέπει να μείνει ανοικτός. Συμφώνησαν, τουλάχιστον σύμφωνα με την αμερικανική εκδοχή, ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά. Συζήτησαν την πιθανότητα ενεργειακής συνεργασίας ΗΠΑ – Κίνας. Αλλά δεν φαίνεται να υπήρξε δεσμευτική συμφωνία για το πώς θα πιεστεί η Τεχεράνη, ποιος θα εγγυηθεί την ασφάλεια των πλοίων και τι θα γίνει με τις κινεζικές αγορές ιρανικού πετρελαίου.

Με απλά λόγια, η συνάντηση Τραμπ – Σι στο Πεκίνο δεν έκλεισε την κρίση του Ιράν. Άνοιξε, όμως, ένα παράθυρο συνεννόησης ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου για να μη μετατραπεί ο Ορμούζ σε μόνιμη πληγή της παγκόσμιας οικονομίας.

Συμπέρασμα:
Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο είχε αποτέλεσμα, αλλά όχι λύση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ΗΠΑ και Κίνα έδειξαν πως αντιλαμβάνονται τον κοινό κίνδυνο: αν ο Ορμούζ κλείσει ή παραμείνει υπό συνεχή απειλή, το πετρέλαιο μπορεί να γίνει ο μεγάλος επιταχυντής μιας νέας παγκόσμιας κρίσης. Η λύση, όμως, απαιτεί κάτι πολύ δυσκολότερο: κινεζική πίεση στο Ιράν, αμερικανική αυτοσυγκράτηση, ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα και μια συμφωνία που ακόμη δεν υπάρχει.

Advertisement