10. 1715-1821: η Ελληνική Αναγέννηση – το όραμα του Καποδίστρια

Μια σειρά κειμένων του Γιώργου Καραμπελιά για την ελληνική ιστορία.
.
.
.

Μετά την αποτυχημένη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους1683), η συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) και η συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) επισφραγίζουν τη σταδιακή υποχώρηση της Τουρκίας απέναντι στη Δύση αλλά και απέναντι στην Ανατολή, καθώς αρχίζουν οι πόλεμοι με τη Ρωσία και τον Μεγάλο Πέτρο.

Καθώς η Τουρκία εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο παρακμής, εκκινά παράλληλα, η Ελληνική Αναγέννηση που θα διαρκέσει μέχρι το 1922, με δύο κομβικούς αναβαθμούς, την Επανάσταση του 1821 και την περίοδο της Μεγάλης Ιδέας, 1909-1922.

Η αναγέννηση αυτή εκδιπλώνεται σε όλα τα πεδία, στο οικονομικό, το πολιτιστικό, το εκκλησιαστικό, το παιδευτικό, το στρατιωτικό. Άλλωστε, πριν από το 1821, αρχίζουν οι πρώτες οργανωμένες επαναστατικές κινήσεις, με τα Ορλωφικά, τον Λάμπρο Κατσώνη, τον Ρήγα Βελεστινλή, τους Σουλιώτες.

Η κοινοτική συγκρότηση

Αποφασιστικής σημασίας υπήρξε η ενίσχυση της κοινοτικής οργάνωσης, καθώς τα κοινοτικά χαρακτηριστικά του αρχαίου ελληνισμού, με τις πόλεις-κράτη, που επιβίωσαν εν μέρει και στη διάρκεια του Βυζαντίου, ενισχύονται εκ νέου, προπαντός μετά τον 18 αι.·

Με τη σειρά της, η συλλογική καταβολή των φόρων ενίσχυε τον κοινοτικό χαρακτήρα της πολιτειακής συγκρότησης ενώ, γενικότερα, και η πολυεθνική και πολυεθνοτική συγκρότηση της Αυτοκρατορίας ευνοούσε την κοινοτική οργάνωση, ιδιαίτερα στο εσωτερικό των πόλεων. Γράφει ο Ν. Πανταζόπουλος:

«Κατά την Τουρκοκρατία, το κοινοτικό σύστημα, που στην τελειότερη του μορφή λειτουργεί σε τρεις βαθμούς (κοινότητα, επαρχία, νομός), εμφανίζεται σαν ένα οργανωμένο παρακράτος, που κάτω από ξενική κατάκτηση διαμορφώνει ένα ζωντανό γραφτό ή άγραφο λαϊκό δίκαιο, πλουραλιστικού χαρακτήρα και βρίσκεται κάτω από ενιαία θρησκευτική ηγεσία, αυτή του Οικουμενικού Πατριάρχη».

Το ελληνικό δίκαιο έχει ως αφετηρία του τα θρησκευτικά προνόμια που παραχωρήθηκαν στην ορθόδοξη Εκκλησία, τα οποία επέτρεψαν την επέκταση των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, ενώ, αργότερα, δημιουργήθηκαν και κοινοτικά δικαστήρια. Στα Ζαγοροχώρια, κατά τον 18 αι., «μηδεμίαν τῶν χριστιανῶν διαφορὰν θεωρήτω (ο Επίσκοπος) ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως του γενικοῦ προεστῶτος».

Οι κοινότητες, αρχικώς, διοικούνταν από κληρικούς, όσο όμως προβαίνουμε στον 18 αι., όλοι οι κάτοικοι συμμετέχουν πλέον στην εκλογή των δημογερόντων. Πάντως, η κοινοτική οργάνωση διαφέρει από τόπο σε τόπο: σε κοινότητες όπως της Σάμου, που διέπονταν από ισχυρές δημοκρατικές αρχές, στις γενικές συνελεύσεις αποφασιστικού χαρακτήρα συμμετείχαν ακόμα και δέκα χιλιάδες άτομα, το σύνολο των ενηλίκων αρρένων του νησιού· αντίθετα, στην Πελοπόννησο, οι κοτζαμπάσηδες από αιρετούς είχαν μεταβληθεί σε σχεδόν κληρονομικούς άρχοντες.

Στα τρία ναυτικά νησιά, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, λειτουργεί παντού το αυτοδιοικητικό σύστημα, αλλά, στην «πλουτοκρατική» Ύδρα, έχει μάλλον ολιγαρχικό χαρακτήρα, εκείνο των Ψαρών είναι το πιο δημοκρατικό, και μια ενδιάμεση θέση καταλαμβάνουν οι Σπέτσες.

«Στην Ύδρα, η διοίκηση ανήκε αρχικώς εξολοκλήρου σε δύο ιερείς. Το 1667, οι ιερείς προσέλαβαν έναν γραμματέα και δύο επιτρόπους, που εν συνέχεια αντικαταστάθηκαν από δύο δημογέροντες». Μετά το 1770, η εξουσία πέρασε σχεδόν αποκλειστικά στους μεγαλοκαπεταναίους», ενώ, μετά το 1802, ο Γεώργιος Βούλγαρης, ως «μπας κοτζάμπασης», διοικούσε απολυταρχικά με πολιτοφυλακή από εκατόν πενήντα άνδρες· και μόνο το 1811, μετά από πολλές συγκρούσεις, θα επιβληθεί τριμελής εναλλασσόμενη διοίκηση.

Στον αντίποδα της Ύδρας βρίσκονταν τα Ψαρά. «Κάθε Μάρτιο, σε πάνδημη συνέλευση, στο ναό του Αγίου Νικολάου, εξέλεγαν σαράντα εκλέκτορες, πλοιάρχους μεγάλων σκαφών, “καραβοκυραίους”, πλοιάρχους μικρών σκαφών, εμπόρους, πρωτοναύτες και έναν ιερέα». Οι εκλέκτορες εξέλεγαν πέντε δημογέροντες που παρελάμβαναν δύο σφραγίδες· η «σφραγίδα της Παναγίας» διαιρούνταν σε πέντε τμήματα, ένα για τον κάθε εκλεγμένο και τα έγγραφα έπρεπε να σφραγίζονται από όλους και μόνο για τα ναυτιλιακά ζητήματα χρησιμοποιούσαν τη «σφραγίδα του Αγίου Νικολάου». «Κανένας δεν μπορούσε να αρνηθεί την εκλογή του, παρ’ ότι υπηρετούσαν αμισθί» ενώ για τις σημαντικότερες υποθέσεις αποφάσιζε η ίδια η λαϊκή συνέλευση.

Τα Ψαρά, που είχαν ήδη συμμετάσχει στα Ορλωφικά και είχαν συνεργαστεί με τον Λάμπρο Κατσώνη, πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση, σε αντίθεση με την Ύδρα που αποφάσισε τη συμμετοχή της μετά από την εξέγερση του Αντώνη Οικονόμου,

*****

Η κοινοτική μορφή οργάνωσης διέπει όλες τις δραστηριότητες των Ελλήνων: aπό την Εκκλησία και τις μοναστικές κοινότητες έως τις συντεχνίες και τα σχολεία. Από τους συνεταιρισμούς των Αμπελακίων ή των Μαντεμοχωρίων έως την αναλογική συμμετοχή στα κέρδη όλων των ναυτικών· από τα τσελιγκάτα έως τις στρατιωτικές κοινότητες των Σουλιωτών και των Μανιατών και τις κοινότητες των Ελλήνων στη… Βιέννη και τη Βουδαπέστη.

Στις συντεχνίες, όλων των επαγγελμάτων, από τους εμπόρους και τους γουναράδες έως τους… ζητιάνους, συμμετείχαν υποχρεωτικά όλοι οι επαγγελματίες. Στη Σμύρνη και την Κ/πολη, ξεπερνούσαν τις εκατόν πενήντα, κάποιες με χιλιάδες μέλη, ενώ, από τα μέσα του 18 αι., συμμετέχουν στην εκλογή του Πατριάρχη και στη διοίκηση του Πατριαρχείου. Δεν υπάρχει ασυδοσία των ατομικών εμπόρων ή των πλοιοκτητών καθώς υπήρχαν θεσμοθετημένοι κανόνες από τις συντεχνίες, οι οποίες προνοούσαν με ειδικό ταμείο και για τους ανέργους και τους ενδεείς.

Στα ναυτικά νησιά και τα βιοτεχνικά ή κτηνοτροφικά χωριά και κωμοπόλεις, η οικονομική δραστηριότητα συνδυάζεται με την κοινοτική οργάνωση. Στα Αμπελάκια, η κοινότητα ταυτίζεται με την οργάνωση της συντροφίας των Αμπελακίων που παρήγε κόκκινα βαμμένα νήματα τα οποία εξάγονταν στην Αυστρία ενώ στην παραγωγή συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι της κωμόπολης, 3-4 χιλιάδες άνθρωποι.

Γράφει ο Φελίξ ντε Μποζούρ, πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη: «Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που είδα στα Αμπελάκια. Έναν πολυάριθμο πληθυσμό, που ζούσε ολόκληρος από το προϊόν της βιοτεχνίας του… Ο αρχαίος ελληνικός χαρακτήρας να ξαναγεννιέται με την πρώτη του ενεργητικότητα ανάμεσα στους καταρράκτες και τα σπήλαια του Πηλίου». Η κωμόπολη διέθετε και σχολείο με σημαντικούς δασκάλους, ενώ ο λόγιος μητροπολίτης Διονύσιος, μαθητής του Βούλγαρη στην Αθωνιάδα, είχε συντάξει και το καταστατικό της συντροφίας.

Η συγκρότηση μιας αντιεξουσίας

Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, και της Κ/πολης, το 1781, έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες καραβοκύρηδες να υψώνουν ρωσική σημαία και να απολαμβάνουν τη ρωσική προστασία, οι δε πρόξενοι της Ρωσίας, σε όλες τις πόλεις, ήταν Έλληνες. Οι καταδιωγμένοι από τα Ορλωφικά μετακινούνται στην Ουκρανία και τη Ν. Ρωσία ενώ δεκάδες χιλιάδες εγκαθίστανται στη Μολδαβία και τη Βλαχία, όπου, μετά το 1718, οι Φαναριώτες αναλαμβάνουν την ηγεμονία. Σχηματίζουν έτσι, σε άμεση συνάφεια με τον ελληνισμό της Νότιας Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Ουγγαρίας και της Βιέννης, ένα ελληνικό τόξο με πληθυσμό που προσεγγίζει τα 200.000 άτομα.

Ο μέντορας του Ρήγα, ο Δημητράκης Καταρτζής (1730-1807), μέγας Κλουτζιάρης (αρχιδικαστής) του Βουκουρεστίου, θα γράψει, στην περιβόητη «Συμβουλή [του] στους νέους…»: «… ἔχωντας γνωστοὺς νόμους πολιτικούς, καὶ ῥητοὺς κανόνες ἐκκλησιαστικούς,…. συνιστοῦμ’ ἕνα ἔθνος ποὺ ἐν τούτῳ μᾶς δένουν οἱ ἐκκλη­σιαστικοὶ μας ἄρχοντες…· αὐτοὶ καὶ σὲ πολλὰ εἶναι κ’ ἄρχοντες μας πολιτικοί… Ἔχει τὸ ἔθνος μας σὲ πολλότατα τῆς Τουρκιᾶς μέρ’ ὑπο­στα­τικά…, καὶ μικρούτζικα συστήματα πολιτικὰ μὲ προνό­μια. Εἶ­ναι τόσοι στο γένος μας πώχουνε ἀξιώματα, δηλαδὴ πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς καὶ αὐ­θέν­ται μὲ μπαράτια βασιλικά·… ἀφ’ οὗ ἕνας Ῥωμηὸς συλλογιστῆ μία φορὰ πὼς κατάγεται ἀπὸ τὸν Περικλέα, Θεμιστοκλέα καὶ ἄλλους παρομοίους Ἕλληνες, ἢ ἁπτοὺς συγ­γενεῖς τοῦ Θεοδόσιου, τοῦ Βελισάριου, τοῦ Ναρ­σῆ, τοῦ Βουλγαροκτόνου, τοῦ Τζι­μι­σκῆ κ’ ἄλλων τόσων με­γάλων Ῥω­μαίων…. πῶς νὰ μὴν ἀγαπᾷ τοὺς ἀπογόνους ἐκείνων κ’ αὐτω­νῶν τῶν μεγάλων ἀνθρώπων;

Δηλαδή, οι Έλληνες, υπό ξένη κυριαρχία, διαμορφώνουν πυρήνες εξουσίας σε πολλαπλά επίπεδα, και η ενιαία εθνική συνείδηση παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την κοινή γλώσσα, τη θρησκεία, τα κοινά ήθη και έθιμα (οι «συνήθειαις») και την ιστορική συνείδηση της καταγωγής. Και κάτι ανάλογο παρατηρείται και στα Επτάνησα, μετά το 1800, με τη δημιουργία την αυτόνομης Επτανήσου Πολιτείας.

Παράλληλα, τον 18 αιώνα, γενικεύονται οι ένοπλες συσσωματώσεις (αρματωλοί και κλέφτες) και οι στρατιωτικές ομοσπονδίες, στη Χειμάρα, το Σούλι, τη Μάνη, τα Σφακιά. Οι Σουλιώτες, ξεκινώντας το 1600-1610, από το Σούλι θα εντάξουν στην «επικράτειά» τους, σταδιακά, δύο, τέσσερα, εφτά, έντεκα, και τέλος εξήντα έξι χωριά, αποτελώντας κράτος εν κράτει στο εσωτερικό της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε 100 χιλιάδες περίπου αριθμούνται οι ένοπλοι, οι οποίοι στη συνέχεια θα δώσουν τους αγωνιστές της Επανάστασης.

Σημαδιακή υπήρξε «η Σύναξη της Λευκάδας», το 1807, όταν ο εικοσιοκτάχρονος Ιωάννης Καποδίστριας, ως υπουργός Εξωτερικών της Επτανήσου Πολιτείας (1800-1807), για να αντιμετωπίσει την απειλή του Αλή πασά, θα συγκεντρώσει πολιτικούς, εκκλησιαστικούς και στρατιωτικούς ηγέτες. Ο Βλαχάβας, ο Καραΐσκος, ο Νικοτσάρας, ο Αναγνωσταράς, ο Βαρνακιώτης, ο Μπουκουβάλας, ο Γρίβας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Φώτης Τζαβέλας, ο Νότης Μπότσαρης θα ορκιστούν ξιφήρεις στην απελευθέρωση του έθνους. Ήταν το πρόπλασμα της συμμαχίας που οδήγησε στην ελληνική Επανάσταση.

Λόγια και λαϊκή παράδοση

Εκρηκτική υπήρξε η ανάπτυξη της παιδείας και η δημιουργία σχολών. Παρότι η κίνηση ξεκινά από τα δυτικά και μέχρι το 1700 οι λόγιοι οι καταγόμενοι από τη δυτική Ελλάδα και τις ενετοκρατούμενες περιοχές αποτελούσαν πάνω από 60% του συνόλου, σύντομα θα επεκταθεί σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και, κατά τον 19 αι., θα φτάσει στο εσωτερικό της Μ. Ασίας.

Αλλά και στη Βουλγαρία, την Αλβανία και εν πολλοίς στη Μολδοβλαχία, όλα τα σχολεία μέχρι τα τέλη του 18 αιώνα ήταν ελληνικά οι δε λόγιοι, όπως ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, εντάσσονται στον ελληνόφωνο-ελληνικό κόσμο. Μάλιστα, την ελληνική Ακαδημία του Βουκουρεστίου την είχε ιδρύσει ο Ρουμάνος ηγεμόνας Κωνσταντίνος Μπρανκοβεάνου.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι Ρωμιοί υπερτερούσαν πληθυσμιακά όλων των βαλκανικών λαών, από 6 έως 8 εκατομμύρια –όταν η Αγγλία είχε πληθυσμό 9 εκατ.–, η δε Μολδοβλαχία δεν υπερέβαινε το ένα εκατ. πληθυσμό, όπως και οι Σέρβοι. Γι’ αυτό και ο Ρήγας Βελεστινλής μπορούσε να οραματίζεται ένα κράτος πολυεθνικό και ελληνικό ταυτόχρονα, σε μία σύνθεση, βυζαντινού, ρωμαίικου χαρακτήρα.

Οι Έλληνες «δάσκαλοι του γένους», οι οποίοι πολλαπλασιάζονται, στην πλειοψηφία τους, σπουδάζουν στην Πάντοβα ή στη Βιέννη, όπου και εκδίδουν τα βιβλία τους – συχνά μεταφράσεις ή παραφράσεις δυτικών έργων. Έτσι, έπρεπε να καταβάλουν μια τεράστια προσπάθεια για να συγκεράσουν την ορθόδοξη παράδοση, την αρχαία Ελλάδα και τη Δύση, εμμένοντας άλλοτε στη μία και άλλοτε στην άλλη παράμετρο. Ο Κοσμάς Αιτωλός θα πασχίζει να εμπεδώσει την ορθόδοξη παιδεία του απειλούμενου ελληνισμού της Δ. Μακεδονίας και της Ηπείρου. Ο Νεόφυτος Δούκας και ο Λάμπρος Φωτιάδης θα οραματίζονται την επαναφορά των αρχαίων Ελληνικών και του αρχαίου ήθους! Ο Αδαμάντιος Κοραής, τέλος, θα επιδιώξει τη Μετακένωση των Φώτων, τα οποία έλαβε η Δύση από την Αρχαία Ελλάδα και μας τα επιστρέφει διά της Αναγεννήσεως και του Διαφωτισμού.

Ταυτόχρονα όμως, οι περισσότεροι λόγιοι αποστρέφονται και υποτιμούν τη δημοτική, ακόμα και τη λόγια λογοτεχνική παράδοση. Ήδη, μετά την Άλωση, το λαϊκό σώμα επιβιώνει σε συνάφεια με τη λαϊκή ορθοδοξία, τη δημοτική ποίηση και την κρητική παράδοση, τις οποίες οι λόγιοί μας υποτιμούν, επιμένοντας στη λόγια αρχαία, βυζαντινή ή δυτική γραμματεία. Ο Κοραής υποτιμά σκανδαλωδώς τον Ερωτόκριτο και το δημοτικό τραγούδι όπως, στον ιδεολογικό αντίποδα, κάνουν ο Νικόδημος Αγιορείτης και ο Κοσμάς Αιτωλός. Πρόκειται για έναν διχασμό με τεράστιες επιπτώσεις στην αδυναμία της ολοκλήρωσης με αίσιο τέλος της ελληνικής Αναγέννησης.

Η ανασύσταση του ελληνικού έθνους-κράτους και το όραμα του Καποδίστρια

Σχεδόν νομοτελειακά, πριν από κάθε επαναστατική ρήξη, εγκαθιδρύεται μία μορφή «δυαδικής εξουσίας». Η ελληνική Επανάσταση δεν θα μπορούσε να γίνει πράξη εάν δεν είχαν συγκροτηθεί, στο θρησκευτικό, στο οικονομικό, στο πολιτειακό, στο πνευματικό και στο στρατιωτικό πεδίο, οι δομές εκείνες οι οποίες θα επέτρεπαν στους Έλληνες να διεκδικήσουν τη δυνατότητα της ανεξαρτησίας και αν δεν είχε διατηρηθεί στους Έλληνες η ιστορική μνήμη του δικού τους προαλωσιακού κράτους. «Πάλι με χρόνους με καιρούς…»

Τι χρειάζονταν οι Ρωμιοί; Ένα δικό τους κράτος, το οποίο θα τους επέτρεπε να επιχειρούν ανενόχλητοι, να θρησκεύονται και να σπουδάζουν απερίσπαστοι, να ζουν με σχετική ασφάλεια, να καλλιεργούν τη πολιτιστική και ιστορική τους ιδιοπροσωπία. Και, προφανώς, παρά τις κατακτήσεις τους στο εσωτερικό της οθωμανικής εξουσίας, δεν έπαυαν να είναι ραγιάδες και έρμαια της αυθαιρεσίας των Τούρκων. Γενική είναι η έλλειψη ασφάλειας από τους πολέμους, τις επιδρομές των Τουρκαλβανών –έτσι κατεστράφη η Μοσχόπολη– και τις αυθαιρεσίες των πασάδων. Ο Αλή πασάς κατέστρεψε το Σούλι το 1803, διπλασίασε τους φόρους, υποχρέωσε σε φυγή τους βιοτέχνες και παράλληλε βασάνισε φριχτά τον Βλαχάβα και τον Κατσαντώνη· οι Τουρκαλβανοί, μετά τα Ορλωφικά, επί δέκα χρόνια θα δηώνουν την Πελοπόννησο και θα χαθεί ο μισός πληθυσμός του Μοριά· στη Λάρισα θα κλείσουν τις εκκλησίες και τα σχολεία· οι περισσότεροι μεγαλόσχημοι Φαναριώτες απειλούνται με καρατόμηση· ο Κοσμάς Αιτωλός θα δολοφονηθεί· ο Ρήγας θα στραγγαλιστεί· ο Κολοκοτρώνης θα διασωθεί στη Ζάκυνθο. Η παιδεία θα πραγματοποιήσει άλματα αλλά θα υπόκειται πάντοτε στα καπρίτσια της κεντρικής ή της περιφερειακής εξουσίας, ενώ θα μένει κολοβή, καθώς η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα παρέχεται μόνο από τα δυτικά πανεπιστήμια και τα περισσότερα εκπαιδευτικά βοηθήματα θα αποτελούν μεταφράσεις δυτικών βιβλίων.

Ένα δικό τους κράτος θα τους επέτρεπε να αντιμετωπίσουν λυσιτελέστερα τον ανταγωνισμό των Δυτικών, που καταβάλουν μειωμένο φόρο και συνεργάζονται με τους Οθωμανούς μεγαλοτιμαριούχους –όπως ο Δράμαλης πασάς–, οι οποίοι παράγουν, σχεδόν αποκλειστικά για εξαγωγή, μαλλί και κυρίως βαμβάκι. Η παραγωγή τροφίμων μειώνεται, υποχρεώνοντας τους Έλληνες να καταφεύγουν στα ορεινά. Τα Αμπελάκια δεν μπόρεσαν να αντέξουν στον ανταγωνισμό με τα βιομηχανικά προϊόντα της Δύσης και οι αργαλειοί σίγησαν οριστικά το 1813, η ακμάζουσα παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων στη Χίο συρρικνώθηκε. Όσο για το ναυτικό, οι Βρετανοί αντιμετωπίζουν τους Έλληνες ως τον σημαντικότερο ανταγωνιστή τους στην Ανατολική Μεσόγειο – διεξήχθη μάλιστα σχετική συζήτηση στο αγγλικό κοινοβούλιο – ενώ, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, θα προκληθεί μια τεράστια ναυτιλιακή κρίση· μόνο στην Ύδρα, μετά το 1815, οι άνεργοι θα φθάσουν τις 10 χιλιάδες.

Και προπαντός, ένα δικό τους κράτος θα τους προσέφερε μια πολιτική αυτεξουσιότητα, αντάξια της ιστορίας και της παράδοσής τους.

Ο Καποδίστριας, τότε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, μεθερμηνεύοντας το αίτημα των Ελλήνων για αυτεξουσιότητα, προσπάθησε, μάταια, να πείσει τον Τσάρο, στη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, για την παραχώρηση μιας μορφής αυτονομίας στην Ελλάδα. Τότε, το 1814, μαζί με τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, δημιούργησε και τη Φιλόμουσο Εταιρεία – ταυτόχρονα σχεδόν με τη Φιλική Εταιρεία– και διατύπωσε μία πρόταση/όραμα για ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος, όπως μας τη μεταφέρει ένας πληροφοριοδότης της αυστριακής αστυνομίας:

«…ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κόμις Καποδίστριας θέλει νὰ στηρίξῃ ἐκ νέου τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν δόξαν τῶν συμπατριωτῶν του εἶναι ἡ ἀπόλυτος πολιτικὴ αὐτονομία τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὁμοφώνως ὑφ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων χώρα ἀφιερωμένη ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὰς ἐπιστήμας και τὴν διαφώτισιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸ ἔδαφός της νὰ κηρυχθῇ ἐκ τῶν ἔξω ἀπρόσβλητον, ἐσωτερικῶς δὲ νὰ κρατηθῇ μακρὰν πάσης ξένης ἀναμίξεως. Κειμένη μεταξὺ Ἀσίας καὶ Εὐρώπης, εὐκόλως θὰ κατανοῇ ἡ Ἑλλὰς τὸ νόημα τῆς μυστικοπαθοῦς ζωῆς τῆς Ἀνατολῆς, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν θὰ δέχεται τὸ ἐκλεπτυσμένον πνεῦμα τῶν Εὐρωπαίων, δημιουργοῦσα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μίαν δι’ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα σωτήριον ἰσορροπίαν[4]».

[1] Νικόλαος Πανταζόπουλος, Ο ελληνικός κοινοτισμός και η νεοελληνική κοινοτική παράδοση, Παρουσία, Αθήνα 1993, σ. 30.

[2] Βλ. Δημήτριος Σιάτρας, Ελληνικά κοινοτικά δικαστήρια κατά την Τουρκοκρατία, Βόλος 1997, σσ. 33-34, 47.

[3] Δημήτριος Καταρτζής, Δοκίμια,επιμ. Κ. Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1974, σσ. 43-47

[4] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας, Υψηλάντης, Καποδίστριας: έρευναι εις τα αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος,Εστία, Αθήνα 1965, σσ. 196-197.

Διαβάστε τα προηγούμενα

Δημοφιλή