CULTURE
17/03/2018 09:14 EET | Updated 19/03/2018 08:28 EET

Αλέξης Ακριθάκης: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι κλέφτης - είπαμε κλέφτης, όχι απατεώνας»

Είχε αποβληθεί από το σχολείο, έφυγε με μηχανή για το Παρίσι και αυτοκαταστράφηκε στο Βερολίνο. Είναι επίσης ο ζωγράφος που σφράγισε την εικαστική ιστορία της χώρας μας.

Courtesy
Στο Βερολίνο το 1969

«Από πολύ μικρός είχα το ψώνιο της ζωγραφικής. Χωρίς να ξέρω τι είναι τέχνη, μίλαγα πολύ γι’ αυτή. Ήμουνα σίγουρος πως μια μέρα θα γινόμουνα ζωγράφος. Όπως άλλα παιδιά φτιάχνουν ιστορίες με λέξεις, εγώ έφτιαχνα ιστορίες με εικόνες τη μία πλάι στην άλλη, πάνω σε μια κορδέλα χαρτί που καμιά φορά έφτανε και τέσσερα μέτρα μάκρος. Βέβαια, οι δάσκαλοί μου άλλα με μαθαίνανε τότε. Ευτυχώς το ένστικτό μου δε λάθεψε…». Ο Αλέξης Ακριθάκης δεν άκουσε τους δασκάλους του. Πήρε το καραβάκι, το ελικόπτερο και το αεροπλάνο, το σήμα του βέλους και, βέβαια, τη βαλίτσα και τακανε ζωγραφική. Προσωπικά μέσα διαφυγής που σφράγισαν, όχι μόνο την ιστορία του, αλλά και την εικαστική ιστορία του τόπου.

Courtesy
Le bateau (1973)

Παιδί ευκατάστατης αθηναϊκής οικογένειας, ο Αλέξης ήταν από τα πιο ασυγκράτητα αγόρια της πλατείας Κολωνακίου των δεκαετιών ’50-‘60. «Το σχολείο ήτανε για μένα ένα συνεχές μαρτύριο», αναφέρει ο ίδιος στις σημειώσεις του, που ύστερα από μακρά περιπλάνηση σε δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια αποβλήθηκε από τα σχολεία της χώρας. Τελευταίος σταθμός η Λεόντειος, που παρ’ ολίγο να την παραδώσει στις φλόγες! Έτσι, μαθαίνει τη ζωή στο «Βυζάντιο», θρυλικό καφενείο της πλατείας Κολωνακίου, όπου συχνάζουν μποέμ διανοούμενοι. «Δεν σπούδασα τη ζωγραφική στις Σχολές Καλών Τεχνών. Εγώ σπούδασα τη ζωγραφική διαβάζοντας ποίηση. Τις κυριότερες επιρροές μου τις είχα από ποιητές και από λογοτέχνες. Αυτοί μου έμαθαν να «διαβάζω» ένα γεγονός και να το μεταφέρω μέσα από χρώματα», γράφει ο Ακριθάκης που επηρεάζεται, κυρίως, από τον Μακρή και τον Ταχτσή. «Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλός μου. Γιατί σαν φιλόσοφος που ήταν, μου έμαθε ότι η ζωγραφική δεν είναι γνώση αλλά παρατήρηση της ζωής μέσα από έναν ελεύθερο τρόπο ζωής. Και όταν λέμε «ελεύθερο» εννοούμε όλα τα πράγματα της ζωής, όλες τις έννοιες, όλες τις πτυχές…».

Courtesy
Ιστορία αγάπης (1973) 

Το 1958 ο Ακριθάκης φεύγει με μοτοσυκλέτα για το Παρίσι – μια Χέγκελ 275 κυβικά, όπου σχετίζεται με καλλιτεχνικές παρέες, ζει έντονα την αντισυμβατική ζωή της εποχής του υπαρξισμού, συνδέεται στενά με τον Θάνο Τσίγκο και ζωγραφίζει. «Εκείνη την εποχή με ενδιέφερε να γνωρίσω ένα σωρό άλλα πράγματα. Από τις μεγαλύτερες φυγές μου ήτανε τ’ αυτοκίνητο, το αλκοόλ, το τσιγάρο και οι γκόμενες. Χρησιμοποίησα για μεγάλο διάστημα τη φυσική μου ομορφιά. Πότε πότε για δικαιολογία έλεγα πως είμαι ζωγράφος, μα δεν ήμουνα. Από τα πρώτα μου σχέδια στο ”Βυζάντιο” μέχρι την άνοιξη του ’65 που ξαναζωγράφισα μεσολάβησαν 8 ολόκληρα χρόνια». Κι αλλού πάλι αναφέρει με ειλικρίνεια: «Άρχισα να γυρίζω όλα τα πανηγύρια. Όπου λαϊκό πανηγύρι, μέσα εγώ. Γι’ αυτό έχω κι αυτό το πανηγυριώτικο στοιχείο μέσα μου. Λίγο αργότερα, με τα λεφτά που είχα πάρει από το ταμείο της μάνας μου, αγόρασα μια μοτοσικλέτα και έφυγα για το Παρίσι…».

Courtesy
Σελίδα από τετράδιο (1979)

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα, απαλλάσσεται από το στρατό και εκθέτει τα πρωτόλεια έργα του στη Θεσσαλονίκη (1963, Βέλτσου). Λίγο αργότερα (1965) παρουσιάζει στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών την πρώτη του σημαντική ατομική έκθεση. Κάνει εικονογραφήσεις για το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη, σχεδιάζει εξώφυλλα δίσκων ροκ μουσικής και σκηνικά για πειραματικές παραστάσεις. Η χαρακτηριστική μαυρόασπρη γραφή τσίκι τσίκι, πυκνή, δαντελωτή και λαβυρινθώδης, σφραγίζει τα έργα του.

Courtesy
Σελίδα από τετράδιο (1986)

«Η σχέση μου με τη ζωγραφική είναι εντελώς παρορμητική. Βρίσκομαι μπροστά σ’ένα χώρο άδειο. Μια μικρή κουκίδα είναι ικανή να γίνει αφετηρία. Υπακούω… δεν ξέρω σε τι. Ίσως σ’ αυτή τη μικρή κουκίδα, ίσως σ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό, σ’ αυτή τη γη, σε σας, σε μένα. Η ζωγραφική μου είναι ένα παραμύθι ή μια πραγματικότητα. Γράφω ένα παραμύθι του 1966 μέσα από μια μηχανή σπορ αυτοκινήτου, μέσα από το νάιτ κλαμπ, μέσα από τις μουσικές γιε γιε, μέσα από τη μόδα Κουρέζ. Ένα παραμύθι που αρχίζει από την πλατεία Κολωνακίου και φτάνει ως τις αντίστοιχες πλατείες όλου του κόσμου. Όταν τελειώνω ένα έργο μου, είμαι άδειος. Το κάθε έργο έχει τη δική του ιστορία, το δικό του κλίμα, είναι κι από ένα άλλο παραμύθι, όσο κι αν τα μεταξύ τους σημεία είναι ακριβώς τα ίδια».

Courtesy
Η δόξα των γραμμάτων (1971)

«Αν με ρωτούσε κανείς τι έφτιαχνα εκείνη την εποχή, θα του απαντούσα ότι χωρίς να το ξέρω, έψαχνα τότε να βρω μια δική μου γλώσσα. Όλα εκείνα τα έργα, με τα πυκνά και σχεδόν αυτοματικά σχηματικά σχέδια, αποτελούν τη βάση όλης της ζωγραφικής μου».

Courtesy
Neuf histoires enfentine (1973) 

«Δέχθηκα επιρροές από πολλές πηγές, αλλά ουδέποτε εντάχθηκα σε κάποια συγκεκριμένη σχολή ή κίνημα τέχνης. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι κλέφτης, να κλέβει συνεχώς από τους άλλους για να μπορέσει να πάει τα πράγματα πιο πέρα από εκείνους. Βέβαια, είπαμε κλέφτης, όχι απατεώνας».

Courtesy
Τα τέσσερα σημεία (1974)

Το 1968 εγκαθίσταται στο Βερολίνο, με υποτροφία της D.A.A.D. Από το 1970 συνεργάζεται με τον Αλέξανδρο Ιόλα, πηγαινοέρχεται μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας και συμμετέχει ενεργά και επιτυχημένα στην ελληνική και τη διεθνή καλλιτεχνική κίνηση. Ο προκλητικός και συχνά επικίνδυνος τρόπος ζωής του παραμένει αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. «Άλλο ζωγράφος και άλλο καλλιτέχνης», συνήθιζε να λέει: «ο ζωγράφος είναι ένας επαγγελματίας που φτιάχνει έργα για να τα πουλήσει, υπακούοντας στα γούστα του πελάτη, ενώ ο καλλιτέχνης αποτελεί μια εξαίρεση. Είναι ένας επαναστάτης, ένας άνθρωπος που παίζει καθημερινά τη ζωή του κορόνα γράμματα». Μόλις τριάντα χρονών πέρασε στον σκληρό κόσμο των ναρκωτικών. «Μια πανέμορφη ηθοποιός, η Inga, με έφερε σε επαφή με την “άσπρη”. Μου άρεσε. Το Βερολίνο ως χώρος προσφερόταν την εποχή εκείνη για τέτοια «πειράματα», αν είχες τη διάθεση. Μπήκα συνειδητά στο λούκι, είπα «μέσα και όπου με βγάλει».

Courtesy
Βαλίτσα μέσα στη νύχτα (1973)

 «Αν ήμουν ένας τέλειος άνθρωπος, σίγουρα δε θα ήμουν καλλιτέχνης. Η τέχνη είναι μια πολύ ριψοκίνδυνη υπόθεση».

Το εικαστικό έργο του Ακριθάκη εμπλουτίζεται συνεχώς με ένα πλήθος αφηγηματικών, ποιητικών και συμβολικών μοτίβων (όπως πουλιά, φωτιά, καρδιές) σε έντονα πλακάτα χρώματα, καθώς και κολλάζ ή κατασκευές από ξύλο ή μικτά υλικά. Ασχολείται επίσης με την εικονογράφηση και το σχεδιασμό αντικειμένων και σκηνικών. «Σημασία δεν έχει ο τρόπος ή το μέσο που χρησιμοποιεί ένα καλλιτέχνης για να εκφραστεί, αλλά το ”γιατί” γίνεται ένα έργο. Εγώ όταν δουλεύω βρίσκομαι σε κατάσταση πάθους, νιώθω μια βιολογική αναστάτωση, μια δυσφορία. Αυτή η προσωπική ανάγκη για έκφραση, που βγαίνει από το στομάχι σου σαν ξερατό, φτιάχνει για μένα το έργο. Βγάζω τα σωθικά μου κάθε φορά που σχεδιάζω».

Courtesy
Ακριθάκης και Μαρκής

Η σχέση του Ακριθάκη με τους λογοτέχνες, τον γραπτό λόγο και τη γλώσσα αποτελεί κάτι ξεχωριστό στα ελληνικά πράγματα, που συνεχίστηκε και στη Γερμανία, όπου έζησε και εργάστηκε με τη σύντροφό του Φώφη και την κόρη τους Χλόη. Στο έργο του η αφήγηση δεν είναι ποτέ αποκλειστικά λόγος ή εικόνα αλλά κάτι ανάμεσα. Ένα απροσδιόριστο όριο μεταξύ γραφής και ζωγραφικής που συμπυκνώνει μιαν άλλη ποιητική διάσταση, μια πρωτοτυπία και μια νεωτερικότητα ακόμα και στις πρώτες του καλλιτεχνικές απόπειρες. Η Μαρία Κοτζαμάνη, εμβριθής μελετήτρια του έργου του Ακριθάκη, επισημαίνει εύστοχα: «Έλληνας ως τα μύχια της ψυχής του, ανήκε στο γένος εκείνο των δημιουργών που έχουν τη δυνατότητα να μετατρέπουν το τοπικό σε παγκόσμιο, πλουτίζοντας τη σύγχρονη γλώσσα της Τέχνης με την αυθεντική, τη γηγενή τους εμπειρία».

Courtesy
Χωρίς τίτλο (1973)

Επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα το 1984. Είναι πλέον διεθνώς καθιερωμένος αλλά με κλονισμένη υγεία. Δημιουργεί τη σειρά Τσίρκο (1986) σε συνεργασία με τον άλλο μεγάλο μας δημιουργό Γιώργο Λάππα, ενώ η ζωγραφική του γίνεται πιο μελαγχολική και σαρκαστική, χωρίς να χάνει τον λυρισμό της. Τον Σεπτέμβριο του 1994 άφησε ημιτελή την τελευταία ενότητα έργων του, μια σειρά σχεδίων εμπνευσμένη από τους τρόφιμους στο Δρομοκαΐτειο, όπου νοσηλεύεται για αποτοξίνωση.

Courtesy
Μπαλκόνι, Πετρόπουλος, Ακριθάκης

Εδώ κρατάμε ως επίλογο της ιστορίας του Ακριθάκη το «Ζβουμ», το θρυλικό ημιφορτηγό Volkswagen, με το οποίο ο ζωγράφος έκανε τις θρυλικές περιπλανήσεις του στην Ευρώπη από το Βερολίνο στην Αθήνα και πάλι πίσω. Κι όπως έγραφε ο ίδιος στη σημειώσεις του: «Το σημαντικό είναι να φτάσεις πέρα από τη ζωγραφική. Αυτό που φαίνεται δεν είναι ζωγραφική. Η ζωγραφική δεν φαίνεται, γίνεται, λειτουργεί, υπάρχει».

Η σειρά των πορτρέτων από το Δρομοκαΐτειο μαζί με βιβλία στα οποία συμπεριλαμβάνονται σημειωματάρια, εικονογραφήσεις βιβλίων λογοτεχνών, όπως του Ταχτσή («τα ρέστα»), του Μακρή, artist’s books, όπως «ο κροκόδειλος» (που για τον Ακριθάκη συμβόλιζε τον συμβιβασμένο άνθρωπο) και «ο τοξάκιας», προσωπικές σημειώσεις με απόψεις, αποφθέγματα και σχόλια κάθε λογής, αλλά και οι 20 ιστορίες που σκαρφίστηκε ο Ακριθάκης για την κόρη του Χλόη, εκτίθενται στο Πάρκο Ελευθερίας - Κέντρο Τεχνών δήμου Αθηναίων. Ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Σάββατο 10.00 - 21.00, Κυριακή: 10.00 - 14.00, Δευτέρα κλειστά.

 

  • Courtesy
    Δεκαπέντε ιστορίες (1973)
  • Courtesy
    Σελίδες από σημειωματάριο
  • Courtesy
    Ακριθάκης και Πετρόπουλος
  • Courtesy
    Σελίδα από τετράδιο (1986)
  • Courtesy
    Δεκαέξι ιστορίες με τόξα (1974). Τετράδιο σχεδίων χρωματισμένο
  • Courtesy
    Ημερολόγια Ακριθάκη
  • Courtesy
    Αλέξης & Χλόη
  • Courtesy
    Ο τοξάκιας (1980)
  • Courtesy
    Αλεξης & Χλοη
  • Courtesy
    Xωρίς Tίτλο (1973). Tέμπερα και μελάνι σε χαρτί, 21x30.