Η πολιτική της αποτροπής έναντι του τουρκικού επεκτατισμού

Επειδή η Τουρκία ακολουθεί ακήρυχτο πόλεμο εναντίον Ελλάδας-Κύπρου, επιβάλλεται να οικοδομήσουμε στο έπακρον την πολιτική της αποτροπής.
NurPhoto via Getty Images

Ο τουρκικός επεκτατισμός, είτε με τον ισλαμοφασισμό του Ερντογάν είτε με τον εθνικιστικό παροξυσμό των κεμαλιστών, λειτουργεί με συγκεκριμένο πλαίσιο: οι τουρκικές εισβολές επιχειρούνται σε περιπτώσεις συντριπτικής υπεροπλίας έναντι του θύματος. Έτσι έγινε στην Κύπρο το 1974, έτσι στο Ιράκ, στο Αφρίν της Συρίας, στη Λιβύη …

Εντούτοις, δεν επιχειρήθηκε κάτι ανάλογο έναντι της Ελλάδας, επειδή δεν υπήρξε τουρκική υπεροπλία, παρόλο που αφορμές υπήρξαν για το τουρκικό καθεστώς, κάποιες γνωστές κι άλλες όχι. Κι αν αυτές δεν αρκούσαν, το αδίσταχτο τουρκικό καθεστώς εύκολα μπορούσε να μεθοδεύσει άλλες. Χωρίς συντριπτική υπεροπλία, η Τουρκία προχωρά μέχρι εκεί που δεν συναντά δυναμική αντίδραση. Ειδικά σήμερα, μια τουρκική επιδρομή κατά της ενισχυμένης Ελλάδας, θα έχει αβέβαιη έκβαση, με πιθανότερο μια τουρκική αποτυχία, που θα προκαλέσει απρόβλεπτες ανατροπές εντός Τουρκίας.

Η διπλωματία, οι καταδίκες και η απαίτηση για αλληλεγγύη της ΕΕ έχουν σημασία, όμως έναντι ενός τέτοιου επεκτατισμού, η ουσία βρίσκεται στην αποτροπή, η οποία οικοδομείται μέσω ισχυρών αμυντικών δυνατοτήτων, που καθιστούν πιθανή την αποτυχία μιας τουρκικής επιδρομής. Φυσικά, την Τουρκία βολεύει ένα ελεγχόμενο «θερμό επεισόδιο» για να μετατρέψει τις τουρκικές παρανομίες σε διμερείς διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας, με πάγωμα κάθε ενεργειακής πρωτοβουλίας από ελλαδικής πλευράς εις βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Ενώ η Αθήνα φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική του κατευνασμού οδήγησε στο σημερινό της «γώνιασμα», η Λευκωσία, εκτός κάθε ορθολογισμού, ακολουθεί εμμονικά την πολιτική Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Αυτό επέβαλε η Γερμανίδα Υπουργός Εξωτερικών, η οποία «θύμωσε» στους δικούς μας οι οποίοι προσαρμόστηκαν παρουσιάζοντάς το ως επιλογή μας, επειδή «δεν υπάρχει ομοφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο».

Χαρακτηριστικό δείγμα της ανύπαρκτης εξωτερικής πολιτικής της Λευκωσίας είναι το εξής. Τον Ιανουάριο 2022, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάγγειλε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου την Κίνα επειδή παραβίασε την συμφωνία εμπορίου ΕΕ-Κίνας, εφαρμόζοντας εμπορικές πρακτικές εις βάρος της Λιθουανίας (κράτος της ΕΕ). Η Τουρκία από την άλλη, παραβιάζει ωμά την δεσμευτική εμπορική συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας εναντίον της Κύπρου, επιβάλλοντας ένα υβριδικό εμπορικό πόλεμο με τεράστιες επιπτώσεις εις βάρος μας, όμως στην Λευκωσία επικρατεί … άγνοια για την καταγγελία της Επιτροπής κατά της Κίνας!

Οι εγχώριοι κατευναστές με διάφορους αφελείς, περιθωριακούς και τις ελίτ Λευκωσίας-Αθηνών, χαριεντίζονται ότι θα αποτρέψουν τον τουρκικό επεκτατισμό με επιχειρηματικές θεωρίες ή με σεμινάρια επίλυσης συγκρούσεων… Επειδή η Τουρκία ακολουθεί ακήρυχτο πόλεμο εναντίον Ελλάδας-Κύπρου, επιβάλλεται να οικοδομήσουμε στο έπακρον την πολιτική της αποτροπής με την αυτοπροστασία μας, με ηγεσία που θα εγκαταλείψει την αδράνεια, για να περάσουμε στον ορθολογισμό. Είμαστε στην ΕΕ για να συνδιαμορφώσουμε το μέλλον μας κι όχι για να το διαμορφώνουν άλλοι κι εμείς να κλαίμε τη μοίρα μας. Στη δημοκρατία, όταν οι πολιτικοί αδυνατούν, οι πολίτες έχουν τον λόγο.

***

Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D), Πρόεδρος Πολιτικής Επιτροπής για την Μεσόγειο

Πήγαινε στην αρχική σελίδα